Thursday, October 08, 2009

Μηδεν-Ενα-Μηδεν


Αναγνωρίζονται σημάδια απο ουσίες
η διάγνωση
παρατεταμένη αγωνία απο υπερβολική δόση χάους
με δάχτυλα βρεγμένα
απο συναισθηματικές μελανιές
τα λόγια αλυσίδες
και ο ήλιος δεμένος στο κορμί μου
να καιει


Να σφίγγεται η ψυχή μου
σε ορίζοντες με αστερίες αντι γι'αστέρια
και η μέρα σαν κύμα στην προβλήτα
παρατεταμένη σιωπή
στην ολοκλήρωση του ''ειναι''
θυμίζει παιχνιδάκια
αναπνοή διακεκομένη
σα να κουράστηκες απο ήχους της ψυχής
σου γνέφει
έτσι δεν είναι, έτσι ειναι
και δεν αντέχω,
να εχω.

Wednesday, September 30, 2009

Tουλάχιστον το κάπνισα...



Η βραχνή της αναπνοή αντηχούσε μέσα στο σπίτι κάθε βράδυ.

Και γω την άκουγα, είτε ήταν αυτή εκεί είτε όχι.

Μα πως να μην την ακούω, τα μάτια μου είχαν κοκκινίσει απο την αυπνία και γω σαν πληγωμενό σκιάχτρο καθόμουν στο κρεβάτι και μαρτυρούσα, τα σκέλια μου φαινόντουσαν, και εγω να τη θυμάμαι, να μου μιλάει με τον πιο γλυκό τρόπο, τα χέρια της, αυτά τα χέρια της, τα κουρασμένα χέρια της, που έσκιζαν το πονεμένο μου κορμί κάθε βράδυ που ψηνόμουν απ'τον πυρετό. Δεν θέλω πια να σε ακούω, δεν το αντέχω, να με πιάνεις και να με πετάς στον τοίχο, να σφίγγεις τα χείλη σου γύρω απ΄το λαιμό μου, να μου ρουφάς κάθε δροσοσταλίδα της ζωής, την κάθε μου αναπνοή, να βραχνιάζει η ψυχή μου απ'τα τσιγάρα σου..

Δεν το θυμάσαι...

Βασικά δεν θα το θυμάσαι ειναι η αλήθεια. Τις νύχτες που το μπουζούκι απ'το μικρό ραδιοφωνάκι σου κάλυπτε τους λυγμούς μου, κι ας έκλαιγα όλο και πιο δυνατά, εσυ με κοιτούσες με αυτό το βλέμμα μικρού παιδιού, ''κοιμήσου, δεν είναι τίποτα'' μου ψέλλιζες και γω να προσπαθώ απεγνωσμένα να σου τραβήξω την προσοχή, να κλαίω να οδύρομαι, να προσπαθώ να σου δείξω τα σημάδια πάνω μου, να φωνάζω, να σε παρακαλώ....μα οχι. Η απάντηση σου, ίδια και μονότονη, κάθε βράδυ και πιο σκληρή. ''κοιμήσου, δεν είναι τίποτα''. ''κοιμήσου, δεν ειναι τίποτα'' μου έλεγες. Μα πως να κοιμηθώ, πες μου τον τρόπο, πες μου τον τρόπο που εσυ κοιμάσαι, πες μου τον τρόπου που δαμάζεις τα όνειρα σου, που εξουσιάζεις το κορμί σου, που δεν τινάζεται όταν βήχεις, μην καπνίζεις σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, πως κοιμάσαι, πως βαραίνουν τα βλέφαρα σου όταν η ώρα πάει δυο. Πες μου πως, και τι δεν θα δίνα για λίγο ύπνο. Και μου χες μάθει, να, ένα τοσο δα μικρό κολπάκι. ''Η αναπνοή σου, είν' ρολόι ακριβό, ειναι χρυσάφι, να την ακούς, να κοιμάσαι με αυτήν''. Και δεν μπορώ, ακούω τα τζιτζίκια, ακούω τους γειτόνους, μεθυσμένοι, αυτοί και εγω και εσυ, εσυ να πίνεις και να καπνίζεις, και σε παρακαλώ μην καπνίζεις. Δεν θέλω να στο πω, δεν το παίρνεις και πολυ καλά, απλά σβήνεις το κάθε τσιγάρο κάθε φορά που κλείνει το κάθε μου βλέφαρο και μετά όταν τ'ανοίγω πάλι, να πάλι... δεν με λυπάσαι?

Και τώρα να, να, στο ιδρωμένο μου κρεβάτι, να κάθομαι, να βλέπω φαντάσματα στην καρέκλα που καθόσουν, να σφίγεται η ψυχή μου καθε φορά που θορύβους ακούω απ'το περβάζι, στην πόρτα να τρίζει το σίδερο, να σφίγεται η ψυχή μου, να γουρλώνω τα μάτια μου και να ξυπνάω. Να βλέπω όνειρα με σενα να γυρνάς, να σφίγεται το σώμα μου, να γραπώνω το σεντόνι, να προσπαθώ, να αγωνιώ να σε κοιτάξω για αλλη μια φορά στα βαθιά σου μάτια, το θέλω τόσο όσο ποτέ αλλοτε...

Βρήκα ενα πακέτο τσιγάρα, δικό σου, πεταμένο κάτω απ'την ντουλάπα...ξέρεις, αυτή που έχει μέσα τα ρούχα σου. Τα έβαλα στο στόμα μου, ψευδαισθήσεις ενος μικρού πρίγκιπα, να δοκιμάσω λίγο απ'τα χείλη σου, να θέλω να γευτώ κάτι δικό σου. Δεν άντεξα την κάπνα, σε φαντάστηκα να μου φωνάζεις, να λες πως τα πνευμόνια μου δεν είναι καλά, πως γίνεται να καπνίζεις ενω σε τρώει ο πυρετός, το σαράκι. Και κάνεις λάθος, δεν με τρώει ο πυρετός, ούτε το σαράκι. Μου λείπεις, μου λείπεις απίστευτα, μου λείπουν τα μη σου και τα πρέπει Σέρνομαι στο πάτωμα και κρυώνω κι ειναι Δεκέμβρης. ''Μην σέρνεσαι, μην σέρνεσαι, δεν ντρέπεσαι, να σέρνεσαι, σήκω πάνω''. Μη μου φωνάζεις. Σαν σκιά ρεμβάζεις πάνω απ'το κρεβάτι, μη μου φωνάζεις. Μου λιώνεις την ψυχή.

Δεν αντέχω αλλο να μου φωνάζεις, να κλαίω κάθε φορά που ακούω την ''Αχάριστη'' του Τσιτσάνη, να πέφτω στα γόνατα μου. Να λέω καληνύχτα και να ξυπνάω με αναφιλητά και με τρόμο κάθε φορά που μου έρχεσαι στο μυαλό.

Ημέρα 56η, απο τοτε που έφυγες. Με τρώει ο πυρετός. Συγνώμη. Δεν άντεξα.

Τουλάχιστον όμως, το κάπνισα το τσιγάρο, τα κατάφερα, στην έφερα. Σ'αγαπώ.

Friday, September 11, 2009

Noped

Δεν θέλω να σου δείχνω διεξόδους

για να βρίσκεις αστέρια σε διόδους της ψυχής

δεν το αντέχω σου λεω, δεν μπορώ

να είμαι πάντα το πρόσωπο που κρύβεται στις νύχτες

να μην κοιτάω τους ανθρώπινους καθρέφτες

δεν θέλω να σου δείχνω αδυναμίες

να μου λυγίζεις τα κλαδιά

να σπάνε τα αστέρια

να προσπαθώ να μην ουρλιάξω


Δεν είμαι απ'αυτους που λησμονούν

μα κύκλους δημιουργώ

ονόματα δεν σβήνω

κι ας ειναι πια κακό

ας είναι ενδεικτικό παράνοιας

σε σημειωματάρια

αυτό κι αν ειναι περι αγάπης


Με την παρακεταμόλη συντροφιά

ζαλίζομαι, δεν πέφτουνε σκιες

τα αντικείμενα δημιουργούνται

με μορφές ονειρικές

και προσπαθώ να περιγράψω τον αέρα

''να, κοίτα, ειναι σαν παιδικό παιχνίδι''

μα δεν θυμίζει

μα σπαει

εγω δεν ονειρεύομαι πρόσωπα

ονειρεύομαι κρανία


Friday, September 04, 2009

499553

Και εικόνες που σαλεύουν ανεπαίσθητα

σε πρωινό φθινοπωρινό αγέρι

θυμίζουν τα ονειροπαλέματα

κραυγές αυγουστιάτικες, οι φίλοι, οι στιγμές

δεν ξέρω πως ταξιδεύουν

εγω να γράφω μανιωδώς

πολλες στιγμές, ήχοι και αρώματα

και όταν βρέχει, τα καλοκαίρια χαράζονται

απ'τις σταγόνες

είναι δεν είναι πιθανόν

δημιουργούνται χρώματα

οι πρώτες ζέστες

με τα πρώτα κρύα

μια μίξη με αναφιλητά

και κάθε τέλος

μια νεα αρχή



Monday, August 31, 2009

Χαρτοσακούλα

Δεν είναι η ψυχασθένεια κομμάτι ενος ανθρώπου

ειναι το συμπλήρωμα της ιδιοφυίας

το μόνο που αντέχει σε χρόνους βρώμικους

σ'αυτά που δεν χαρακτηρίζονται

είναι η έκρηξη της μνήμης σε ακαταλληλα σημεία

σε μέρη που δεν είναι πρέπον

δεν κακοχαρακτηρίζω

δεν είμαι ακροβάτης

είναι η μέση και οι άκρες

οι κοφτερές

στα σκοτάδια να ουρλιάζεις

ας πουμε ιστορίες

γιατι δεν πρέπει να ανοίγεις το στόμα σου

τα βράδια

να ξεστομίζεις πια αλήθειες

θα σε πιάσουν

θα σε τυλίξουν με λευκούς μανδύες

θα σε μπουκώσουν με βρώμικα φάρμακα

μπάσταρδοι αλκοολικοί γιατροι

δεν άντεξαν και γίνανε αστείοι


Τα χέρια σου γεμάτα με τρυπήματα

πρησμένα σαν τα μάτια σου

λουλούδια στη γωνία

αυτά σαν την παρηγορία

αυτή η μπάσταρδη παρηγοριά

καθημερινώς την παραγγέλνω

και όταν φτάνει

αρκείται στο φιλί

αρκείται στο να μου πει ''τι κάνεις''

εγω δεν ξέρω που αγγίζω και που βαίνω

εγω ρυθμίζω όνειρα σπασμένα

είμαι αυτο που αποκαλούν φάρμακο με ημερομηνία λήξης

είμαι η πρέζα στον χαλασμένο σου εγκέφαλο

είμαι ραγισμένο γυαλί

για να σου κόβω όλα τα σωθικά

να ψυχραίνομαι στο τέλος και να θολώνω

πανάθεμα σε

γιατι να είναι η ψυχασθένεια μια λέξη

στα όνειρα μου φαντάζει σαν λουλούδι

φαντάζσει σαν γουλιά αλκοολ

σε καίει στην αρχή

σε φωνάζουνε παράξενο
αστείο

είσαι γελωτοποιός

ο τζόκερ

χαίρε, ω χαίρε


Μην με κοιτάς, δεν το αντέχω

είσαι γωνία στο τραπέζι

μεμπτό το να σε ρίξω και να πέσεις

αστείο να γελάω

με φάρμακα και ας κλαίω μέσα μου

η οργή δεν περιγράφεται

ειναι ρυθμισμένη σε ρυθμούς πέρα απ'αυτο που μπορείς να αγγίξεις

δεν μπορώ να το συνδιάσω με τα διάφορα που μου λές

είναι κάτι πέρα απ΄την αντίληψη σου

είναι το σωστό που διαγράφει το λάθος σου

και γω να στέκομαι μονάχος

στ'αλήθεια το απολαμβάνεις?

Στ'αλήθεια με κοιτάς και γνέφεις?

Ω ναι, ω ναι

γελάω

γελάω σαν ηλίθιος

και ειναι συναρπαστικό

ειναι γεμάτο ντροπή

η αναπνοή μου ακούγεται και στο δωμάτιο ηχει

δεν θέλω να με ηχογραφείς

και τις ακούω τις στιγμές

πάρε φάρμακα να τα χεις, να γίνεσαι ουσιώδης

ρύθμιση ενα μηδεν εφτα εξι τρια

η παράνοια και η ανοια

εγω εγω εγω εγω εγω εγω εγω εγω εγω εγω

για πες ενα αλλο εγω ρε σάπιε

ψόφα