Wednesday, November 24, 2010

Dum loquimor fugerit invida aetas

Τα βράχια ήταν βράγχια
και το τσιμέντο φλέβα στα δικά μου μάτια
εντοιχισμένο στην θάλασσα των ψυχών
τα βράχια ηταν βράγχια
κι ανέπνεεαν τα δαιμονιώδη στοιχειά
οταν έξεπνευσα στα βράχια
γίνηκα ψάρι
σε θάλασσες ψυχών
με βράγχια στα βράχια γεννήθηκα
για αστερισμούς
μ'αλάτι σε πληγές, δεν πείραζε πλέον

Δεν ήμουν πια συνήθης ύποπτος
για παραχαράξεις συναισθημάτων
γιατι κυκλοφορούσα πλέον
σε λεωφόρους μηδενικών
μια λάμψη ήξερα μόνο
την λάμψη αυτή, που σβήνει όσο της μιλάς
αυτή που κρώζει κάθε πρώτο πρωινό
και συγκίνηση μεγάλη
στης μάνας την καρδιά
πως έρεεαν τα μιλητά, πως χτύπαγε η καρδιά
σαν βόμβος
σαν ουράνια συντροφιά

Κι αν κάθε πρωινό
στη συντροφιά τ'ανέμου
ρεμβάζω τα λουλούδια που αγκαλιάζουν την μοναχικότητα του χάους
εγώ θυμίζω στις 'λιαχτίδες
να πλέουν δυνατά, να σκίζουν τα παράθυρα
να γίνονται φωτιά στα πιο μαύρα σκοτάδια
να ξυπνούν κοιμισμένα μάτια
γιατί συνήθισε ο άνθρωπος
να πέφτει πια στα βράχια
και να μην αναπνέει πια
γιατι εξέχασε απο που άρχισε να τρέχει
εξέχασε πως γίνεται να γίνονται
τα βράχια, βράγχια

Thursday, November 11, 2010

Moth

We could possibly count many ways
in which moths
dwindle in our ways of light
the songs we're tired of
the kind of music she's fond of
sheds light into my back
warm summer days that speak
for themselves

I was entangled in fears
oh, how I spoke of tears
when she ran away
the music just went off
never dwindle in bones they said
like the ways
moths
dwindle in the ways of light.

Tuesday, October 19, 2010

Zihuatanejo


Ηταν μια άσχημη συνήθεια το να ψάχνω για λεπτομέρειες σε κάθε πρόταση των ανθρώπων γύρω μου. Συνήθισα να παρομοιάζω τον εαυτό μου με κατάσκοπο, με κάποιον που ήθελε να μάθει τα πάντα για όλους, για όλα, για τα πάντα. Μια μηχανή ακοής, μια μηχανή πληροφοριών, μια μηχανή που δούλευε ασταμάτητα, που δεν μπόρεσε ποτέ να ηρεμήσει. Μερικοί θα με αποκαλούσαν κουτσομπόλη, αλλοι θα απέφευγαν απλά να βρίσκονται γύρω μου και θα σιωπούσαν οταν με έβλεπαν. Μα η αλήθεια είναι οτι ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα για τις πληροφορίες καθ’αυτές, μα για το πως λειτουργούσε ο ανθρώπινος εγκέφαλος, η ανθρώπινη ψυχή και το σώμα, πως μεταδιδόταν η κάθε πληροφορία, πως μεταλασόταν απο εναν στυγνό εκπυρσοκρότημα του νευρώνα και κατέληγε σε σάλιο, στη γλώσσα, στις φωνητικές χορδές, στους φθόγους και στα φωνήεντα που σχηματίζουν τα πάθη και τις σκέψεις του ανθρώπου. Εκεί έπαιζε ο νούς μου, σαν μικρό παιδί, σαν κλαρί αφημένο στα κύμματα του ωκεανού, για να κινηματογραφώ κινήσεις ματιών, χεριών, χειλιών και προπάντων ψυχών. Δεν ενδιαφέρθηκα ποτέ για το τι μου έλεγε ο κόσμος. Προσπερνούσα τα άσχημα λόγια με μια σιωπή για δήλωση. Στα μέρη μου ο χρόνος δεν σταματούσε παρα μόνο για λιγάκι, για να κοιμηθεί ο κόσμος και για να ξεκουράσουν τα κορμιά τους οι άνθρωποι. Μα εγω σημάδευα κάθε δευτερόλεπτο, κάθε λεπτό, κάθε ώρα του χρόνου με σμιλευμένες ζωγραφιές σκέψεων, παρατηρήσεων και φωνών. Κάθε μου βήμα δεν σήκωνε σκόνη μα θάλασσες ολόκληρες, στα πατήματα της βροχής αντηχούσε το κάθε μου καρδιοχτύπι και το σουλούπι της μορφής μου χανόταν καθημερινώς στην ομίχλη. Και δεν σταματούσα ούτε λεπτό. Μετρούσα κάθε λογής λεπτομέρεια, τις γωνίες στα δέντρα, τις συμπεριφορές των ανθρώπων στην βροχή, τα ψέμματα τους, τα χαμόγελα τους, τα χρώματα της ίριδας των ματιών τους, τις ρυτίδες στα πρόσωπα τους, τις φλέβες στα χέρια τους. Κάθε μέρα ήταν και μια δοκιμασία, μια βόλτα με τον βαρκάρη της τρέλας στους παραπόταμους της ζωής. Μια αλλη βόλτα, μια βόλτα που δεν θα κατέληγε πουθενά. Ίσως αυτό να την έκανε μοναδική, ίσως αυτό να την έκανε να σημαίνει τόσα πολλά για μένα. Μα δεν το χα σκεφτεί ποτε έτσι, δεν σκέφτηκα ποτέ την σημασία αυτών των πραγμάτων για μένα, δεν συγκινήθηκα, δεν σκέφτηκα οτι κάνω κατι ιδιαίτερο. Για μένα πιο πολυ ήταν μια άσχημη συνήθεια. Ήταν οι νύχτες που περνούσα στα σκοτάδια ρυθμίζοντας στο μυαλό μου αυτά που έβλεπα, τους πόνους και τα καρδιοχτύπια των περαστικών, ανθρώπων που δεν ήξερα και δεν θα ήξερα ποτέ. Νύχτες και μέρες γεμάτες με λεπτομέρειες νοητικές, με λεπτομέρειες που θα γέμιζαν βιβλίο, που θα έκαναν τους πάντες να φοβούνται, να τρέμουν για το αν όντως έχω παρατηρήσει κάτι που να τους ‘’καίει’’. Μα δεν φοβήθηκα ποτέ, δεν λύγισα, δεν είπα ουτε μια φορά οτι τα παρατάω. Για μένα ήταν μια συνήθεια, άσχημη, αλλά αυτό δεν άλλαζε το γεγονός του οτι ήταν δώρο ζωής.  Ήταν δώρο ζωής να παρακολουθείς τις νύχτες τον κόσμο, να μπορείς να νιώθεις την μουσική και τον ρυθμό των σταγόνων της βροχής στα χέρια σου, να ακούς τον παφλασμό της καρδιάς σου κάθε φορά που ερωτεύεσαι στιγμές. Για όσες φορές απόρησα, για όσες φορές δάκρυσα, έκλαψα, ούρλιαξα, έβρισα, δεν μετανιώνων ποτέ. Ήταν στιγμές που τα πέταξα όλα κάτω, που τα έκρυψα στα συρτάρια μου. Που ορκίστηκα οτι δεν θα ξαναπιάσω τίποτα στα χέρια μου, οτι δεν θα ξαναπαίξω στο μυαλό μου με αυτόν τον νοητικό και πνευματικό κύβο του Ρούμπικ.  Κι όμως, ήταν για μένα μαγνήτης, ήταν ιστορία και μέλλον μαζί. Απο την ώρα που ξυπνούσα μέχρι την ώρα που τα μάτια κλείναν για ταξίδια σ’αλλους κόσμους, η ψυχή χόρευε ανεξέλεγκτα, γιατι αυτό που την κινούσε δεν ήταν η επιθυμία για παρατηρητικότητα αλλά ούτε και η διάθεση για ζωή. Ήταν κάτι έμφυτο. Ήταν αυτό που σηκώνει πολιτείες και διαλύει στρατούς. Ήταν το ζωωδες ένστικτο. Εγω δεν ήμουν παρα ενας άνθρωπος, μια μηχανή απο νευρώνες, ενα κουτί απο δέρμα, μια μάζα κρέατος. Εγω δεν έδωσα τίποτε. Συγκίνησα μονάχα κόσμο, συγκίνησα παρέες, έδωσα αγάπη σ’αυτούς που τη ζητούν. Και ήτανε η τέχνη, μαζί της εγω γεννήθηκα, της έδωσα μορφή και αυτή μου έδωσε θηλιά. Να κρεμάω τις στιγμές μου για να γεννάω δευτερόλεπτα και ώρες. Για να μπορέσω να υπάρχω. Για να μπορέσω να γελάω. Και δεν μετάνιωσα ποτέ που έζησα έστω και λίγο στην πραγματικότητα. Γιατι τα σπλάχνα μου γεννήσαν φαντασία, γεννήσανε νεραίδες, πλανήτες, δάκρυα και αγάπη. Γεννήσαν τρέλα και συγκίνηση. Ζωγράφισα γράμματα σε χάρτινους λίθους, σε καρδιές, σε μυαλά. Και μπόρεσα να γίνω σημείο στίξης. Για μένα αυτό ειναι το παν.  Διοτι έμαθα επιτέλους να χωρίζω πια τους κόσμους. 

Monday, October 18, 2010

6.67300 × 10^-11 m^3 kg^-1 s^-2

Μηδένισα ρολόγια, μαύρες τρύπες
και σοβάδες
στις νύχτες διέγνωσα χιλιάδες πόνους
χιλιάδες σκιρτήματα
απεγνωσμένα παραρτήματα τηλεφωνικών συνδέσεων
με ελλάδα, αμερική, γαλλία, αγγλία
σταγόνες σπαραγμού
γι'αυτο το ρημαγμένο μας ''εγώ''
που σφυρίζει αδιάφορα
στα δερμάτινα μας κουφάρια
που σφύζει απο υγεία και τρέμει αρρωστημένα

Μ'αρέσουν αυτές οι συζητήσεις
χωρίς αντίκρυσμα, που πέφτουν στο κενό
που μοιάζουνε με ρόδες τετράγωνες
στα χείλια μας μέσα
που παγιδεύονται στα χέρια μας
που διαφεύγουνε στις φλέβες
και τσιρίζουν κάθε βράδυ
για όνειρα, για ξένους
που δεν γύρισαν ποτέ και τους ψάχνουν στα σκοτάδια
διοτι αν ήξερες πως ειναι να γυρίζεις
σαν αγρίμι μες στις σκιές, δεν θα θελες
να κρύβεσαι στο φως, στους ίσκιους αυτών που σου λείπουν

Αυτα τα σιδερένια, τα ηλεκτρικά παραπήγματα
οι αστερίσκοι, στους δρόμους της χώρας
δεν μοιάζουν με αστέρια
δεν είναι φορείς ελπίδας
είναι φορείς απόγνωσης, δακρύων, γέλιου κι ερωτήσεων
τσακίζουν τα κορμιά μας με κάθε χτύπο κι ευκαιρία
διοτί δεν είναι σοβαρο
να είσαι νέος, να στάζεις σοφία
και να σαι
μαστιγωμένος με καλώδια τηλεφώνων
σε λεωφόρους, σε οδούς
σε σπίτια μέσα
να βρίσκεις πηγαιμό
στην ίδια την Ιθάκη.

Thursday, September 09, 2010

The kids


He was a man of his words, he tried to care for his children, he even tried to take days off work so he could be with them and have some family fun. Ever since his wife –their mother- died, people would think he was ridden with guilt of not being able to care for his children, people would suggest that he drove his wife to suicide, that his long hours of absence from their household drove her to put a cold, pitch-black, loaded gun in her mouth. But he wasn’t talking; he wasn’t sharing his pain with anyone else. He could be seen mumbling things while at work, worrying his supervisor, but he always was a man of his words. He completed the job he had been appointed with any further discussion or objection. But this was until one cold September night. He was driving home from work, exhausted but eager to hug his children and make some food for himself as he was starving. The children were already in bed, he used a part of his wage to pay for a nanny. After all it was the only way he could ensure that his children would have someone except him to care about them. Even if it wasn’t their mother’s touch, a female presence was always welcome. He’d always hear about those psychologists who mark the importance of having a motherly figure in the family and he surely didn’t want to become another percentage in the statistics of broken families. While driving he was thinking of how his life could have been different if his wife hadn’t lodged that damned bullet in her head, if she hadn’t given up, if she hadn’t left him alone to fight a humongous beast. Family life. He drove past the many turns that led to his house, passing by empty sidewalks and strange cars with no lights that disappeared into the distance. It was risky, but it was the only way he could feel that he was alive. Working long hours and being a father in addition could drive a man to madness. He knew that if something happened to him, his children would be sent of to an orphanage. A dreaded place, he himself grew up in one of these. He didn’t have any parents. He was always dragged from one institution to another. He didn’t want this life for his children but he had to find a way to feel alive, to feel that he did something out of pure choice rather because he had to. No one gave a damn after all. No one tried to talk to him about his behavior.  He arrived home just before 3’o clock and made his way to the door trying to walk as steady as he could because he was extremely tired and at the same time make no noise in case he woke up his kids. It was difficult. The same procedure every night, driving the car for hours, arriving home, hugging the kids, eating and sleeping for a few hours before heading out to work again.

But something was out of place this particular night. Something didn’t seem right. And he felt it. He felt it on his very own skin as he entered his house. As he opened his door he encountered a sight that he didn’t think that he would ever encounter in his whole life.

His house totally ravaged and run-down. 

The house had a very eerie feeling, as if someone had stolen the warmth he had given birth to all these years after his wife’s death. He went further into the house, trying to figure out what was happening.

‘’Kids! Kids!’’ he yelled in agony.

There was no answer.

‘’Kids! Kids!’’ he yelled again.

And again there was no answer.

He immediately ran to their rooms, almost falling down, and opened the door with fear. What he saw was about to make even the most brave men tremble and the most outspoken people not have anything to say. The rooms were covered with pitch-black darkness and there wasn’t a sign of his children anywhere.

He fell down on the floor. He was trying to figure out what was happening.

He touched the floor, the beds, everything in the room, but everything had a feeling of old embedded in them.

‘’KIDS!’’ he whispered and then yelled with full force. The echo of his trembling voice hit the walls and climbed back into this dying heart.

He started crying. All this seemed strangely familiar. It was shocking and very familiar to him. He suddenly remembered everything.

It was not suicide that had taken his wife away. It was he.

The old demons crept back into his head. He remembered looking at his wife while she was sleeping. He remembered waking her up to the taste of steel in her mouth. A fully loaded gun that pointed straight up her throat. He remembered watching her eyes fill with agony.

‘’Are you afraid?’’ he asked her. 

She was looking at him. She was empty. Trying to scream, but everything that could come out ends up being silenced by a bullet. Her brains were splattered all over the bed. He didn’t feel any remorse or sadness. He didn’t feel anything at all.

‘’The kids.’’ He said. ‘’The kids must eat, live, and be happy’’

That was all he cared about. He didn’t even blink while leaving his wife’s lifeless body behind.
He cared for his children everyday. People would offer him gifts for his children, stuff that would make them feel better, that would make them forget about their economic difficulties.  But they would always find them across the street in the garbage can. They thought that maybe he wanted to do everything by himself. That he was so full of guilt of being unable to care for his children fully that he refused any help offered to him because of that. That he merely wanted to come home and do it his own way.

But there were no children this time.

‘’Am I afraid?’’ he asked himself as he was lying down on the floor.

There was no answer. Where were the kids?

It had hit him. There were NO kids. They had NO kids.

He brought back the image of his wife’s dead body into his mind. He remembered everything. He could identify everything. It wasn’t what he wanted. He remembered her final words.

‘’The kids, the kids, what will they say!?’’

But what did she mean? He stood there trembling. He stood there crying.

What kids? What was up with the kids?

He stood up.

He took a gun from the cupboard. Put it into his mouth. And asked himself.

‘’Are you afraid?’’

And then he pulled the trigger. 

He was dead.

The kids had a good hug that day.