Wednesday, November 24, 2010

How to be in love

let me ride in your rainbow tethered
washing machines
tried to ask you for some emotional food
got dispensed
wasn't fed, i got warts from stomach aches
meant to keep you there, but you stared
knowing that you strayed
does the hunger make me fat
make you sad
i could really enjoy writing stuff
the reasons i feel blessed
are like small kids sold for wheat
outer tunes, that crash into your guts
make you spurt different smiles
incomprehensible detentions of innocence
growing weaker when you grin
i take some time to adjust to you
to the winding motion of your breath
im talking, shut your dreams off
take some time to throw away
your faces, like feces stuck in mud
over again, redo all your pain
feels so good to be insane

Kiss the wind now that she's cold
one more try couldnt harm your heart
turn away and exhale
its said everyday
weak persons' feelings are for sale
for these who are needy
better on your side, kicking guts
it still hurts when i try to be sane
almost as when switching to the fast lane
i couldnt see your eyes when you walked back
tired of meanings that clash back
i enjoy being stupid, like kids selling crack
we're the junkies, we feel shit
now that our umbilical cord has been cut loose

And where is it going now
cand stand the thought of you
tired and diseased
weaker than i shout
shouldnt be the same
when you kickstart my heart
 all feels strangely insane

Dum loquimor fugerit invida aetas

Τα βράχια ήταν βράγχια
και το τσιμέντο φλέβα στα δικά μου μάτια
εντοιχισμένο στην θάλασσα των ψυχών
τα βράχια ηταν βράγχια
κι ανέπνεεαν τα δαιμονιώδη στοιχειά
οταν έξεπνευσα στα βράχια
γίνηκα ψάρι
σε θάλασσες ψυχών
με βράγχια στα βράχια γεννήθηκα
για αστερισμούς
μ'αλάτι σε πληγές, δεν πείραζε πλέον

Δεν ήμουν πια συνήθης ύποπτος
για παραχαράξεις συναισθημάτων
γιατι κυκλοφορούσα πλέον
σε λεωφόρους μηδενικών
μια λάμψη ήξερα μόνο
την λάμψη αυτή, που σβήνει όσο της μιλάς
αυτή που κρώζει κάθε πρώτο πρωινό
και συγκίνηση μεγάλη
στης μάνας την καρδιά
πως έρεεαν τα μιλητά, πως χτύπαγε η καρδιά
σαν βόμβος
σαν ουράνια συντροφιά

Κι αν κάθε πρωινό
στη συντροφιά τ'ανέμου
ρεμβάζω τα λουλούδια που αγκαλιάζουν την μοναχικότητα του χάους
εγώ θυμίζω στις 'λιαχτίδες
να πλέουν δυνατά, να σκίζουν τα παράθυρα
να γίνονται φωτιά στα πιο μαύρα σκοτάδια
να ξυπνούν κοιμισμένα μάτια
γιατί συνήθισε ο άνθρωπος
να πέφτει πια στα βράχια
και να μην αναπνέει πια
γιατι εξέχασε απο που άρχισε να τρέχει
εξέχασε πως γίνεται να γίνονται
τα βράχια, βράγχια

Thursday, November 11, 2010

Moth

We could possibly count many ways
in which moths
dwindle in our ways of light
the songs we're tired of
the kind of music she's fond of
sheds light into my back
warm summer days that speak
for themselves

I was entangled in fears
oh, how I spoke of tears
when she ran away
the music just went off
never dwindle in bones they said
like the ways
moths
dwindle in the ways of light.

Tuesday, October 19, 2010

Zihuatanejo


Ηταν μια άσχημη συνήθεια το να ψάχνω για λεπτομέρειες σε κάθε πρόταση των ανθρώπων γύρω μου. Συνήθισα να παρομοιάζω τον εαυτό μου με κατάσκοπο, με κάποιον που ήθελε να μάθει τα πάντα για όλους, για όλα, για τα πάντα. Μια μηχανή ακοής, μια μηχανή πληροφοριών, μια μηχανή που δούλευε ασταμάτητα, που δεν μπόρεσε ποτέ να ηρεμήσει. Μερικοί θα με αποκαλούσαν κουτσομπόλη, αλλοι θα απέφευγαν απλά να βρίσκονται γύρω μου και θα σιωπούσαν οταν με έβλεπαν. Μα η αλήθεια είναι οτι ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα για τις πληροφορίες καθ’αυτές, μα για το πως λειτουργούσε ο ανθρώπινος εγκέφαλος, η ανθρώπινη ψυχή και το σώμα, πως μεταδιδόταν η κάθε πληροφορία, πως μεταλασόταν απο εναν στυγνό εκπυρσοκρότημα του νευρώνα και κατέληγε σε σάλιο, στη γλώσσα, στις φωνητικές χορδές, στους φθόγους και στα φωνήεντα που σχηματίζουν τα πάθη και τις σκέψεις του ανθρώπου. Εκεί έπαιζε ο νούς μου, σαν μικρό παιδί, σαν κλαρί αφημένο στα κύμματα του ωκεανού, για να κινηματογραφώ κινήσεις ματιών, χεριών, χειλιών και προπάντων ψυχών. Δεν ενδιαφέρθηκα ποτέ για το τι μου έλεγε ο κόσμος. Προσπερνούσα τα άσχημα λόγια με μια σιωπή για δήλωση. Στα μέρη μου ο χρόνος δεν σταματούσε παρα μόνο για λιγάκι, για να κοιμηθεί ο κόσμος και για να ξεκουράσουν τα κορμιά τους οι άνθρωποι. Μα εγω σημάδευα κάθε δευτερόλεπτο, κάθε λεπτό, κάθε ώρα του χρόνου με σμιλευμένες ζωγραφιές σκέψεων, παρατηρήσεων και φωνών. Κάθε μου βήμα δεν σήκωνε σκόνη μα θάλασσες ολόκληρες, στα πατήματα της βροχής αντηχούσε το κάθε μου καρδιοχτύπι και το σουλούπι της μορφής μου χανόταν καθημερινώς στην ομίχλη. Και δεν σταματούσα ούτε λεπτό. Μετρούσα κάθε λογής λεπτομέρεια, τις γωνίες στα δέντρα, τις συμπεριφορές των ανθρώπων στην βροχή, τα ψέμματα τους, τα χαμόγελα τους, τα χρώματα της ίριδας των ματιών τους, τις ρυτίδες στα πρόσωπα τους, τις φλέβες στα χέρια τους. Κάθε μέρα ήταν και μια δοκιμασία, μια βόλτα με τον βαρκάρη της τρέλας στους παραπόταμους της ζωής. Μια αλλη βόλτα, μια βόλτα που δεν θα κατέληγε πουθενά. Ίσως αυτό να την έκανε μοναδική, ίσως αυτό να την έκανε να σημαίνει τόσα πολλά για μένα. Μα δεν το χα σκεφτεί ποτε έτσι, δεν σκέφτηκα ποτέ την σημασία αυτών των πραγμάτων για μένα, δεν συγκινήθηκα, δεν σκέφτηκα οτι κάνω κατι ιδιαίτερο. Για μένα πιο πολυ ήταν μια άσχημη συνήθεια. Ήταν οι νύχτες που περνούσα στα σκοτάδια ρυθμίζοντας στο μυαλό μου αυτά που έβλεπα, τους πόνους και τα καρδιοχτύπια των περαστικών, ανθρώπων που δεν ήξερα και δεν θα ήξερα ποτέ. Νύχτες και μέρες γεμάτες με λεπτομέρειες νοητικές, με λεπτομέρειες που θα γέμιζαν βιβλίο, που θα έκαναν τους πάντες να φοβούνται, να τρέμουν για το αν όντως έχω παρατηρήσει κάτι που να τους ‘’καίει’’. Μα δεν φοβήθηκα ποτέ, δεν λύγισα, δεν είπα ουτε μια φορά οτι τα παρατάω. Για μένα ήταν μια συνήθεια, άσχημη, αλλά αυτό δεν άλλαζε το γεγονός του οτι ήταν δώρο ζωής.  Ήταν δώρο ζωής να παρακολουθείς τις νύχτες τον κόσμο, να μπορείς να νιώθεις την μουσική και τον ρυθμό των σταγόνων της βροχής στα χέρια σου, να ακούς τον παφλασμό της καρδιάς σου κάθε φορά που ερωτεύεσαι στιγμές. Για όσες φορές απόρησα, για όσες φορές δάκρυσα, έκλαψα, ούρλιαξα, έβρισα, δεν μετανιώνων ποτέ. Ήταν στιγμές που τα πέταξα όλα κάτω, που τα έκρυψα στα συρτάρια μου. Που ορκίστηκα οτι δεν θα ξαναπιάσω τίποτα στα χέρια μου, οτι δεν θα ξαναπαίξω στο μυαλό μου με αυτόν τον νοητικό και πνευματικό κύβο του Ρούμπικ.  Κι όμως, ήταν για μένα μαγνήτης, ήταν ιστορία και μέλλον μαζί. Απο την ώρα που ξυπνούσα μέχρι την ώρα που τα μάτια κλείναν για ταξίδια σ’αλλους κόσμους, η ψυχή χόρευε ανεξέλεγκτα, γιατι αυτό που την κινούσε δεν ήταν η επιθυμία για παρατηρητικότητα αλλά ούτε και η διάθεση για ζωή. Ήταν κάτι έμφυτο. Ήταν αυτό που σηκώνει πολιτείες και διαλύει στρατούς. Ήταν το ζωωδες ένστικτο. Εγω δεν ήμουν παρα ενας άνθρωπος, μια μηχανή απο νευρώνες, ενα κουτί απο δέρμα, μια μάζα κρέατος. Εγω δεν έδωσα τίποτε. Συγκίνησα μονάχα κόσμο, συγκίνησα παρέες, έδωσα αγάπη σ’αυτούς που τη ζητούν. Και ήτανε η τέχνη, μαζί της εγω γεννήθηκα, της έδωσα μορφή και αυτή μου έδωσε θηλιά. Να κρεμάω τις στιγμές μου για να γεννάω δευτερόλεπτα και ώρες. Για να μπορέσω να υπάρχω. Για να μπορέσω να γελάω. Και δεν μετάνιωσα ποτέ που έζησα έστω και λίγο στην πραγματικότητα. Γιατι τα σπλάχνα μου γεννήσαν φαντασία, γεννήσανε νεραίδες, πλανήτες, δάκρυα και αγάπη. Γεννήσαν τρέλα και συγκίνηση. Ζωγράφισα γράμματα σε χάρτινους λίθους, σε καρδιές, σε μυαλά. Και μπόρεσα να γίνω σημείο στίξης. Για μένα αυτό ειναι το παν.  Διοτι έμαθα επιτέλους να χωρίζω πια τους κόσμους. 

Monday, October 18, 2010

6.67300 × 10^-11 m^3 kg^-1 s^-2

Μηδένισα ρολόγια, μαύρες τρύπες
και σοβάδες
στις νύχτες διέγνωσα χιλιάδες πόνους
χιλιάδες σκιρτήματα
απεγνωσμένα παραρτήματα τηλεφωνικών συνδέσεων
με ελλάδα, αμερική, γαλλία, αγγλία
σταγόνες σπαραγμού
γι'αυτο το ρημαγμένο μας ''εγώ''
που σφυρίζει αδιάφορα
στα δερμάτινα μας κουφάρια
που σφύζει απο υγεία και τρέμει αρρωστημένα

Μ'αρέσουν αυτές οι συζητήσεις
χωρίς αντίκρυσμα, που πέφτουν στο κενό
που μοιάζουνε με ρόδες τετράγωνες
στα χείλια μας μέσα
που παγιδεύονται στα χέρια μας
που διαφεύγουνε στις φλέβες
και τσιρίζουν κάθε βράδυ
για όνειρα, για ξένους
που δεν γύρισαν ποτέ και τους ψάχνουν στα σκοτάδια
διοτι αν ήξερες πως ειναι να γυρίζεις
σαν αγρίμι μες στις σκιές, δεν θα θελες
να κρύβεσαι στο φως, στους ίσκιους αυτών που σου λείπουν

Αυτα τα σιδερένια, τα ηλεκτρικά παραπήγματα
οι αστερίσκοι, στους δρόμους της χώρας
δεν μοιάζουν με αστέρια
δεν είναι φορείς ελπίδας
είναι φορείς απόγνωσης, δακρύων, γέλιου κι ερωτήσεων
τσακίζουν τα κορμιά μας με κάθε χτύπο κι ευκαιρία
διοτί δεν είναι σοβαρο
να είσαι νέος, να στάζεις σοφία
και να σαι
μαστιγωμένος με καλώδια τηλεφώνων
σε λεωφόρους, σε οδούς
σε σπίτια μέσα
να βρίσκεις πηγαιμό
στην ίδια την Ιθάκη.