Sunday, May 20, 2007

Bαβούρα: Γράμμα προς εναν αδελφό ποιητή



Η βαβούρα.

Γράμμα προς έναν αδελφό ποιητή

Πως θα μπορούσα να σου την περιγράψω?

Ίσως σαν μια παράνοια που σου καίει το μυαλό και τα σωθικά καθώς προσπαθείς να κρυφτείς από το αέναο χάος του κόσμου που σε περιβάλλει. Μα άξαφνα συνειδητοποιείς ότι αυτή η ‘’βαβούρα’’ δεν είναι γνωστή σε πολλούς μα μονάχα σε λίγους. Είναι κάτι σαν προνόμιο αλλά και κατάρα σε λίγους. Αυτοί που την έχουν, ίσως μπορούν να εκφράσουν πράγματα με έναν ίσως καλλιτεχνικό ή εξεζητημένο τρόπο αλλά ταυτόχρονα βιώνουν μια πολύ οδυνηρή κατάσταση. Είναι σαν να έχεις μια βόμβα τρέλας μέσα στο μυαλό σου με έναν χρονοδιακόπτη και να πλησιάζει η ώρα για να εκραγεί μα την τελευταία στιγμή να καταφέρνεις να την σβήσεις, μόνο και μόνο για να αρχίσει ξανά η αντίστροφη μέτρηση.

Είναι η ίδια παράνοια που σε κάνει να θες να σπάσεις τα πάντα πάνω σου, γύρω σου.. είναι η τρέλα που σε περιβάλλει κάθε λεπτό της ζωής σου. Στο μυαλό σου, στο σώμα σου, στον χώρο που βρίσκεσαι και αγκαλιάζεις τους φίλους σου, την κοπέλα σου. ΟΛΑ. Δεν είναι κάτι υπαρκτό μα όχι και κάτι ανύπαρκτο. Είναι κάτι που σε ακολουθεί συνέχεια. Ας το αποκαλέσουμε νοητική σκιά. Δεν σε αφήνει ούτε ένα λεπτό μόνο. Προκαλεί μεταφυσικούς εμπρησμούς στην αύρα σου, στην ψυχή σου και στην λογική σου. Και προσπαθείς να μην πέσεις στον γκρεμό της παλαβομάρας ενώ κρατιέσαι από ξυράφια. Δεν είναι ειρωνικό?

Ίσως ο φυσικός πόνος να μπορέσει να το αντισταθμίσει και να σου προσφέρει έστω και ΛΙΓΑ λεπτά ηρεμίας για να μπορέσεις να βρεις το μονοπάτι της πνευματικής ολοκλήρωσης. Μα όχι, αυτό είναι αδύνατο γιατί ακόμα και αυτό το ελέγχει. Δεν το πιστεύω, με ακολουθεί παντού και ξέρω πως είναι αδύνατον να της ξεφύγω… θέλει να με σκοτώσει μα με κρατάει ζωντανό με έναν υπερβολικά σαδιστικό τρόπο μόνο και μόνο για να μπορέσω να εκφράσω τα στοιχεία που με καίνε. Αυτά που με κάνουν να θέλω να σπάσω τα κεφάλια των ηλιθίων. Να διαλύσω τα νοητικά σκατά που με περιβάλλουν. Και θα με ρωτήσεις… μα γιατι?

Δεν είναι τόσο το γιατί που μετράει αδερφέ μου. Δεν είναι το πώς ούτε το πότε. Τίποτα δεν έχει σημασία, όλα είναι σχετικά. Καθισμένος στο σκοτάδι συνειδητοποιώ πως γράφω χωρίς να ελέγχω τα χέρια μου, όλα τα καθοδηγεί η σκέψη μου λες και είναι ένα καταραμένο τρίτο πρόσωπο. Νιώθω σαν θεατής της ζωής μου αδερφέ, και αυτό με σκοτώνει. Με σκοτώνει το κάθε λεπτό της ζωής μου. Με σκοτώνει η κάθε ώρα που περνάει. Με σκοτώνει όχι γιατί υπάρχουν στεναχώριες, όχι… με σκοτώνει η ίδια η γαμημένη η ελπίδα που με κάνει να ελπίζω. Αυτή τροφοδοτεί την βαβούρα. Η ματαιότητα της ψευτιάς που σε κάνει να ΝΟΜΙΖΕΙΣ πως μπορείς να αντέξεις το κάθε γεγονός σαν να πολεμάς έναν αόρατο εχθρό. Μα το αντέχεις. Λες και μπορείς να κάνεις κάτι άλλο.. Δεν είναι αστείο? Το ότι σε σκοτώνει η ίδια σου η ζωή? Το ότι η ζωή σε σπρώχνει στην τρέλα? Το ότι η παράνοια παραμονεύει στην γωνία? Το ότι χάνεσαι στο άπειρο?

Το άπειρο…

Αυτό κι αν είναι θέμα.. τι θα ήταν το άπειρο χωρίς την απέραντη νοητική ύπαρξη του τίποτα που περιβάλλεται πνευματικά από το ίδιο το ‘’είναι’’?

Είναι μια ύπαρξη που σε ζαλίζει. Ένα χάος που σε υπνωτίζει. Κακό? Όχι δεν θα το λεγα. Είναι κάτι…ενδιάμεσο. Σε τραβάει στο έρεβος αλλά νιώθει την ανάγκη να σε εμπνεύσει. Είναι σχεδόν υπερφυσικό το πόσο εύκολα πατάω τα πλήκτρα και συνεχίζω να κοιτάω την οθόνη υπνωτισμένος. Το ότι κοιτάω την οθόνη και δεν βλέπω γράμματα, παρά μόνο την εικόνα ενός γέρου να πασχίζει να αγγίξει την αιωνιότητα. Γέρος.. αυτό αισθάνομαι. Κάτι σαν γέρος. Σαν να προσπαθώ να μεγαλώσω και να νιώθω ότι έχω γεράσει. Αυτό μέσα μου με κάνει να γερνάω. Το ξέρω, θα τρελαθώ δεν θα το αντέξω. Θα λεγα να τα παρατήσω, θα λεγα πως ίσως το ίδιο μου το μυαλό παίζει παιχνίδια μα ίσως και να κάνω λάθος. Ίσως όλα αυτά να είναι όντως μια ψευδαίσθηση. Μια ψευδαίσθηση.. σαν το παιχνίδι ενός μικρού παιδιού. Και το κεφάλι μου πάει να σπάσει απόψε. Γιατι? Ρωτάω σαν ηλίθιος μια οθόνη. Σε ρωτάω και σένα αδερφέ.. πες μου. Πες μου… γράψε μου γιατί κάθε εκατοστό του μυαλού μου πονάει. Γιατι είναι τόσο δύσκολο να αγγίξω το αληθινό? Γιατι είναι σχεδόν αδύνατο να βγάλω αυτό το κοφτερό μαχαίρι απτό απαλό μυαλό? Γιατι νιώθω σαν να πετάνε πέτρες πάνω σε γυαλιά και να σπάνε όλα?

Παράνοια?

Μπα, όχι δεν θα το λεγα. Ίσως να ναι και παιχνίδι πια. Δεν το γνωρίζω. Η έννοια της αυτοκαταστροφής είναι τόσο όμορφη. Σαν τραγούδι με όμορφη μελωδία. Σαν τραγούδι παρακμής. Σαν τραγούδι μελλοθανάτου. Σαν αυτόν τον άνθρωπο που κάθεται στην παραλία καθώς δύει ο ήλιος και ψάχνει πράγματα μέσα στην άμμο. Μα η παραλία είναι τόσο μεγάλη. Εκεί καταλαβαίνεις την ματαιότητα των πραγμάτων. Εκεί νιώθεις πως το παιχνίδι δεν είναι και τόσο εύκολο. Πως η έννοια των πραγμάτων έχει περάσει από απλή ύπαρξη σε έναν υπερβολικά δύσκολο νοητό στρουκτουραλισμό. Αλήθεια είναι. Τι θα ήταν η αλήθεια αν δεν υπήρχε το ψέμα.

ΤΙΠΟΤΑ!

Αγγίζω τις ψυχικές μου χορδές μα ακούγονται σαν να ήταν σαθρές.

Και να ήταν μόνο αυτό? Να ήταν μόνο αυτό. Πόσο ήρεμο ακούγεται. Τι κρίμα που δεν το βιώνω. ΜΟΝΟ ΑΥΤΌ. Σαν μουσική αντηχεί στα σοκάκια της ουτοπίας μου. Σαν……

Παραμιλώ, το ξέρω… δεν θα μου προκαλούσε έκπληξη. Σαν να χω πάρει ναρκωτικά. Σαν να μιλάω σε κάποιον που δεν ξέρω. Ποιος είσαι? Ρωτώ. Μια γνώριμη απάντηση.

Εγώ?

Εσύ?

Τότε ποιος?

Μιλάει κάποιος μέσα μου μα σίγουρα δεν είμαι γω. Είναι μια ουδέτερη ύπαρξη, δίχως όνομα. Δίχως σκοπό, δίχως ορισμό. Δίχως ολική έννοια. Η τελευταία φορά. Ξυπνάω και σ’ακούω. Κοιμάμαι και σ’ακούω. Σαν να παίζει στο κασετόφωνο η ίδια κασέτα. ΞΑΝΑ ΚΑΙ ΞΑΝΑ ΚΑΙ ΞΑΝΑ ΚΑΙ ΞΑΝΑ. Τρέλα. Είναι τρέλα.. νιώθω ότι πεθαίνουν τα αυτιά μου. Και με ζαλίζουν όλοι.. με κάνουν να θέλω να τους πυροβολήσω. ΝΑ ΘΕΛΏ ΝΑ ΤΟΥΣ ΣΚΟΤΏΣΩ. Και πριν το κάνω με σταματάς. ΜΕ ΣΤΑΜΑΤΑΣ. Εισαι ο ποιητής της συντέλειας. Δεν είσαι κάτι υπαρκτό…δεν είσαι εσυ..

Είσαι εγώ.

Καταραμένε.

Σε μισώ.

Tuesday, May 15, 2007

Σαν χαλασμένη κασέτα



Που θα είχα φτάσει αν ακολουθούσα τα μονοπάτια των αστεριών?

Αν έψαχνα κάθε σταγόνα από την πηγή της ζωής για να βρω το χρυσάφι

που ταιριάζει απόλυτα στην ψυχική σου βαβυλώνα σαν παιδικό πάζλ

ένα χαρούμενο φεγγάρι αρμονίας στην καθημερινή σου αυτοκτονία

θα ήξερα τουλάχιστον πως συγκρούονται μέσα σου τα αντίθετα σκοτάδια

μέχρι να κυλήσει το αίμα αδιαμαρτύρητα από το χαώδες έρεβος



ΔΕΝ ΣΕ ΑΓΑΠΩ


Αντίστροφα μετράει το ρολόι της καταστροφής και πηγάζει από μέσα σου

Το ασταμάτητο και αέναο πυρ της ομορφιάς ενός λουλουδιού

Δεν μπορώ να καταλάβω τα χιλιάδες γράμματα συμπόνιας που καταφθάνουν

Με μανία στην φροϋδική πόρτα της μανιοκαταθλιπτικής αλυσίδας

Που σου πνίγει τον λαιμό ανάμεσα στα χιλιάδες φτερά που αγγίζουν

Την λέξη που σκίζει με μιας τα σωθικά των θεών και των αγγέλων

Χάνομαι πάναθεμα….χάνομαι εκεί που αρχίζει η αναπνοή μας

Εκεί που ακουμπάω το μεταξένιο σου δάκρυ

Στα μικροσκοπικά ουρλιαχτά μας στον οργασμό του θανάτου

Κλειστές αγκαλιές και ψεύτικοι ψίθυροι που σατυρίζουν

Τα σκισμένα μας σωθικά.

Μέχρι να φτάσω τα αστέρια, τα αστέρια της ψυχής σου.. της ψυχής σου..

Θα χω πεθάνει.

Θα μαι νεκρός.

Monday, May 14, 2007

Οργασμοί σκέψης


Μια απέραντη προσπάθεια υποβάθμισης του παρόντος

Σαν τους δυσλειτουργικούς ζογκλέρ της πραγματικότητας

Πετάμε τα λεκτικά σκουπίδια μας στον βόθρο της συνέπειας

Και αγκαλιάζουμε την μαραμένη αξία της σουλουπωμένης αξιοπρέπειας

(Αφιερωμένο σε μια κοπέλα που πραγματικά την ευχαριστώ)

Monday, April 02, 2007

Αργά....σαν τους ποιητές των αιώνων.


Πάλλεται στο χείλος μου η ακτίνα των ματιών σας

και συντροφεύω το απέραντο τίποτα καθημερινά

σε μια απρόβλεπτη χαοτική τροχιά ξεχασμένων ποιητών

η ψευτιά των αιώνων διαγράφεται σιωπηλά και

απαλά στο μελάνι της πένας που κρύβεται δειλά στην καρδιά

και με μικρές ρυθμικές λυρικές κραυγές δηλώνει την απόγνωση

που σκεπάζει την ματιά σου και δεν την αφήνει να εκπέμπει

τις νοητικές παρεμβολές στις σκέψεις των ανθρώπων

αόμματοι και άμορφοι στην ζωγραφιά της ζωής

ψεύτικοι και δυσλειτουργικοί μηχανισμοί

που γρυλίζουν επικίνδυνα με πόνο

καθώς συνθλίβεται η καθημερινότητα τους

στην κλεψύδρα των ημερών

μα με μια απεγνωσμένη ποιητική κραυγή

ραγίζει το γυαλί και χύνεται η άμμος όλη

ώσπου να μείνεις μόνο εσύ

το τελευταίο προπύργιο της αηδιαστικής

μορφής των σκιάχτρων που ατενίζουν

απέραντα το χωράφι με τα ακίνητα φυτά

που σας μοιάζουν, σας μοιάζουν πανάθεμα

και οι ποιητές σαν προφήτες της συντέλειας

θερίζουν με μανία τα τελευταία σας λόγια

και δακρύζοντας, αφήνουν στην άκρη

τις εικόνες σας και τις φωτογραφίες σας

γιατί τελικά μονάχα αυτό άξιζε,

μια βουβή εικόνα σας που δεν λαλάει

και νεκρός πέφτω στην γη

δεν θα θελα να ειμαι μια προσθήκη στην λίστα σας

Saturday, March 31, 2007

Je n'en connais pas la fin (Dedicated To Edith Piaf)


Σιωπηλές πατημασίες επάνω σε έναν δίσκο βινυλίου

Χαραγματιές που σπάνε την μονοτονία και την ασχήμια

Νότες με νόημα κρυφό και ορισμένες φορές γλυκό

Δεν γνωρίζω το τέλος αγάπη μου, όχι δεν το γνωρίζω.

Δεν μου το μαθε κανένας να το αναγνωρίζω

Και σαν ψάξεις ανάμεσα στα συρτάρια μου

Τα πάντα βρίσκεις

Απ’το χαμένο τριαντάφυλλο

La vie en rose

Και την ψιθυριστή μπαλάντα που χες γράψει σε μια πετσέτα

Σαν δειπνούσαμε σε ένα εστιατόριο στο Παρίσι

Μα τώρα όλα φύγαν

Και σε θυμάμαι κάποια βράδια…

Μουσικά μνημόσυνα αγάπης και λύπης για σένα αγάπη μου

Ίσως και να μ’ακους και να χαμογελάς

Ίσως πάλι να σαι για πάντα βουβή στη δίνη των χρόνων.

Οι ομορφιές ήταν ωραίες

Και το Παρίσι στέκει ακόμη

Πικρό και αρχαίο

Κάτω απ’τον πύργο του Αιφελ.

Δίνει πνοή στα αστέρια της πόλης

Στα περιστέρια που στέκονται στην παναγιά των Παρισίων

Και σαν ανοίξει η σκηνή, χιλιάδες φωνές

Πλήθος ο λαός

Ένα μουρμουρητό

Ένας ψίθυρος

Από έναν γάλλο με μορφή ρομαντική

Να σου πετάει ένα λουλούδι και να σου λέει με τα μάτια

’Je n’en connais pas la fin’’….

Μα συ να κλείνεις την αυλαία και να τον βγάζεις λάθος.