Tuesday, November 17, 2009
Thursday, November 05, 2009
Aνώνυμο
Monday, October 26, 2009
Κόλαση
Φοβόμουν την κάθε σου αναπνοή, πριν καν αυτή αρχίσει, φοβόμουν μην και δεν αρχίσει, μην και δεν τελειώσει, μην και την ακούσω, σουβλιά σε κάθε δευτερόλεπτο της, οι αναπνοές γινήκαν σύριγγες και η παράνοια ουσία. Την έπαιρνα κάθε μέρα για 8 ώρες, την είχα κάνει φιλό μου, την είχα σβήσει πάνω στο ταλαιπωρημένο μου κορμί.
Δεν ζήτησα ποτε λογαριασμό για όλα αυτά που μου προσέφερες, δεν ζήτησα να μου τα γράψεις σε τεφτέρι, να χρωστώ κάθε αναφιλητό, κάθε αγκαλιά, κάθε ''ηρέμησε''.
Και ποιος είμαι άλλωστε εγω, δεν κοίταγα στα μάτια κανέναν, δεν έψαξα εγω ποτε να βρώ κανέναν, δεν ήθελα να βρώ κανέναν, μα μοναχά γύρνουσα σε στενά και ζήταγα αλητείες.
Και ζήταγα ουσίες, ουσίες αόρατες, ουσίες ακατανόητες, ασυνάρτητες.
Γεμίζανε τα μάτια μου με δάκρυα κατανόησης για μια ασυναρτησία.
Κι όσο περνούσανε οι μέρες, στην γωνία περίμενα, εγω, και να στρίβεις ξαφνικά, να γίνεσαι σκιά μου, να σβήνεις πάνω μου σαν αποτεφρωμενή ζωή, σαν να αποφάσισε το χάος να γίνει υγρό.
Δεν είχε μια συνέχεια, είχε πολλές, είχε την ιδιοσυγκρασία νεαρού παιδιού που άκουγε φωνές, που έσβηνε μέσα σε λίμνες αλκοολ και νικοτίνης, μέσα σε άσπρους δισταγμούς, σε άσπρα κελιά, σε πεντακόσιους τοίχους, αυτά τα άσπρα τα δωμάτια και τους λαβύρινθους να παραμονεύουν σε κάθε γωνία, μαζί, σαν αστυνόμος, σαν γκρεμός και πίσω ρέμα.
Ενα ημερολόγιο γκραβούρας, ενα ημερολόγιο ουρλιαχτών σε κασέτες, ενα ημερολόγιο υποκαταστατου ζωής, κι οι δρόμοι πολλοι, αυτά τα χέρια σου.
Τα αυτόκινητα θυμίζανε τις φλέβες, να ρέει η ζωή και γω να μένω ακλόνητος...........
Να βλέπω πεντακόσιους τοίχους
να βλέπω τέσσερις τοίχους
να φεύγω, να πετάω
να σβήνω σαν τσιγάρο ενα απογευμα του χειμώνα.....
Αυτή η αναπνοή σου η χαρακωμένη, άγγιζε κάθε σπιθαμή της ψυχής μου και έσπαγε κάθε σφυγμό που ένιωθα σαν σε έβλεπα στη γωνία να εξαφανίζεσαι, δείχνοντας αυτό που πραγματικά είσαι, μια μορφή, αυτή η μαύρη, οι σκιές που λέγαν κι οι παλιοί.
Αυτά δεν τα μαθαίνουν στις ψυχές
κι η άβυσος είναι μυστήρια δίνη συναισθημάτων
πάνω στα χέρια, σαν μελανιές
απο έντονο
μεθύσι
κι αν σκαλίζεις τις κόγχες της ζωής
στα γόνατα πληγές
κι η έλλειψη οξυγόνου
μυστήριο
μια περιπέτεια
να σβήνουν αριστερόστροφα όλα τα δευτερόλεπτα
Ανάποδες κινήσεις
μετανιωμένες συζητήσεις
ανάποδα ''εγώ''
ψυχοτρόπες ουσίες στα μελάνια
αναθυμιάσεις, γιατι δεν σβήνουν τα αίματα
μια ζωή, συνέχεια
αριστερόστροφη είσοδος
σε δεξιόστροφη ζωή
μπουκάλια με χαοτικές παρατηρήσεις
και τα σημειωματάρια
γεμάτα με ζωγραφιές απο τα χιλιογδαρμένα χέρια
Να καταπίνεις αβύσους, να ξέρεις το συναίσθημα
να ραγίζεις τα αστέρια
να κρύβεσαι μ έσα στα ίδια σου τα μάτια
να ψάχνεις για λέξεις κλειδιά
σε συζητήσεις κλειδαριές
μα οι στιγμές, λουκέτο
δεν θέλω πια
δεν έχω πια
δεν ζω πια
εγω πια
να σβήνω αποτσίγαρα σε κορμιά
να βυθίζω δόντια σε κορμιά
εγω πια
δεν ζω πια
δεν εχω πια
δεν θέλω πια
ιλλίγους να μοιράζομαι
να γίνεται ο κόσμος κρύσταλο
''άκουγα τα ουρλιαχτά αθώων παιδιών''
(Νεαρή πληγείσα απ'τον πόλεμο)
Thursday, October 22, 2009
Ντοπαμίνη & Νορεπινεφρίνη
Thursday, October 08, 2009
Μηδεν-Ενα-Μηδεν
Wednesday, September 30, 2009
Tουλάχιστον το κάπνισα...
Δεν το θυμάσαι...
Και τώρα να, να, στο ιδρωμένο μου κρεβάτι, να κάθομαι, να βλέπω φαντάσματα στην καρέκλα που καθόσουν, να σφίγεται η ψυχή μου καθε φορά που θορύβους ακούω απ'το περβάζι, στην πόρτα να τρίζει το σίδερο, να σφίγεται η ψυχή μου, να γουρλώνω τα μάτια μου και να ξυπνάω. Να βλέπω όνειρα με σενα να γυρνάς, να σφίγεται το σώμα μου, να γραπώνω το σεντόνι, να προσπαθώ, να αγωνιώ να σε κοιτάξω για αλλη μια φορά στα βαθιά σου μάτια, το θέλω τόσο όσο ποτέ αλλοτε...
Βρήκα ενα πακέτο τσιγάρα, δικό σου, πεταμένο κάτω απ'την ντουλάπα...ξέρεις, αυτή που έχει μέσα τα ρούχα σου. Τα έβαλα στο στόμα μου, ψευδαισθήσεις ενος μικρού πρίγκιπα, να δοκιμάσω λίγο απ'τα χείλη σου, να θέλω να γευτώ κάτι δικό σου. Δεν άντεξα την κάπνα, σε φαντάστηκα να μου φωνάζεις, να λες πως τα πνευμόνια μου δεν είναι καλά, πως γίνεται να καπνίζεις ενω σε τρώει ο πυρετός, το σαράκι. Και κάνεις λάθος, δεν με τρώει ο πυρετός, ούτε το σαράκι. Μου λείπεις, μου λείπεις απίστευτα, μου λείπουν τα μη σου και τα πρέπει Σέρνομαι στο πάτωμα και κρυώνω κι ειναι Δεκέμβρης. ''Μην σέρνεσαι, μην σέρνεσαι, δεν ντρέπεσαι, να σέρνεσαι, σήκω πάνω''. Μη μου φωνάζεις. Σαν σκιά ρεμβάζεις πάνω απ'το κρεβάτι, μη μου φωνάζεις. Μου λιώνεις την ψυχή.
Δεν αντέχω αλλο να μου φωνάζεις, να κλαίω κάθε φορά που ακούω την ''Αχάριστη'' του Τσιτσάνη, να πέφτω στα γόνατα μου. Να λέω καληνύχτα και να ξυπνάω με αναφιλητά και με τρόμο κάθε φορά που μου έρχεσαι στο μυαλό.
Ημέρα 56η, απο τοτε που έφυγες. Με τρώει ο πυρετός. Συγνώμη. Δεν άντεξα.
Τουλάχιστον όμως, το κάπνισα το τσιγάρο, τα κατάφερα, στην έφερα. Σ'αγαπώ.
Friday, September 11, 2009
Noped

Δεν θέλω να σου δείχνω διεξόδους
για να βρίσκεις αστέρια σε διόδους της ψυχής
δεν το αντέχω σου λεω, δεν μπορώ
να είμαι πάντα το πρόσωπο που κρύβεται στις νύχτες
να μην κοιτάω τους ανθρώπινους καθρέφτες
δεν θέλω να σου δείχνω αδυναμίες
να μου λυγίζεις τα κλαδιά
να σπάνε τα αστέρια
να προσπαθώ να μην ουρλιάξω
Δεν είμαι απ'αυτους που λησμονούν
μα κύκλους δημιουργώ
ονόματα δεν σβήνω
κι ας ειναι πια κακό
ας είναι ενδεικτικό παράνοιας
σε σημειωματάρια
αυτό κι αν ειναι περι αγάπης
Με την παρακεταμόλη συντροφιά
ζαλίζομαι, δεν πέφτουνε σκιες
τα αντικείμενα δημιουργούνται
με μορφές ονειρικές
και προσπαθώ να περιγράψω τον αέρα
''να, κοίτα, ειναι σαν παιδικό παιχνίδι''
μα δεν θυμίζει
μα σπαει
εγω δεν ονειρεύομαι πρόσωπα
ονειρεύομαι κρανία







