Tuesday, November 17, 2009

Ungrateful to be Alive



Είναι τα λόγια μας δυναμίτες
είναι εκρήξεις μαγνητικού πεδίου στα χέρια μας μέσα
είναι το κλάμα μωρού
που ψάχνει την μητέρα του
είναι η αγωνία σου
όταν κλαίς πάνω στο μαξιλάρι
που αγκιστρώνεσαι
βαριανασαίνεις
φωνάζεις
μπήγεις το στόμα σου
ολοένα και πιο βαθιά
μέσα στο ύφασμα
να πνίγεσαι
ταυτόχρονα να ζητάς κι αέρα
να μπαίνουν σκέψεις στο μυαλό
θολώνει η κρίση σου
μπλεβίζει το κορμί σου
αέρας
αναμνήσεις
κατανόηση πως δεν αλλάζουν τα πράγματα
ασφυξία
μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα
το κλάμα
ξανά και ξανά και ξανά
μαρτυρικά τραβάς το σεντόνι πάνω απ'το κεφάλι σου
χτυπά η πόρτα
χτυπάνε τα τηλέφωνα
δεν θες να βγείς, δεν θες να αγγίξεις
γη
δεν θες να είσαι εδω
τραβάς το σεντόνι
σφίγεις τις γροθιές σου
σκίζεται το σεντόνι
μια ένταση, είναι δυναμίτες
είναι τα λόγια δυναμίτες
ειναι αυτό που αποκαλώ μπαρούτι στα σπλάχνα σου
ανατινάζεσαι ρε
το ξέρεις, οταν τα όνειρα σου ψάχνεις
σε ερημικά τοπία
οταν βυθίζεσαι σε ουτοπίες
και σε πιάνει η παράνοια
μεταλάσεται το κρεβάτι σε κάτι ανώτερο
το μαξιλάρι γίνεται ο θάνατος


Δεν κλαίω, οχι δεν κλαίω
και δεν φωνάζω
φτύνω αίμα απο τα ουρλιαχτά
γιατι εγω
δεν είμαι
δεν είμαι άνθρωπος απλά
είμαι άνθρωπος μεσα σε ενα κουτί.

Thursday, November 05, 2009

Aνώνυμο


Ειναι το σύμπαν, φλέβα στα μάτια μου
και περιστρέφονται
οι πλανήτες και τ'αστέρια
σαν αιμοπετάλια σχιζοφρένειας στις κηλίδες
εκρήγνυνται και γίνονται τρύπες
παράνοιας
μηδενίζονται τα αισθήματα
προσθέτονται τα συναισθήματα
και οι αισθήσεις
δημιουργούνται ψευδαισθήσεις
γυρίζουν τα ρολόγια ανάποδα
και ο ορισμός του χάους
μπαίνει σε κιβώτια τετράγωνα
γίνεται γωνία
εκρήγνυται και σκάει
στα μάτια μέσα
είναι το ίδιο το συνώνυμο του ελέους
ο νεκρός στρατιώτης
που ζοφερά σπαράζει στα χέρια ξένης μάνας


Εκρήξεις, σου λέω εκρήξεις
συνώνυμες με τις ανακατατάξεις στα αισθήματα
κατα την διάρκεια του έρωτα
ακτίνα φωτός
να σφίγγει δυο χιλιάδες λουριά
γύρω απο κορμιά ιδρωμένα
συρματόπλεγμα για κορδόνια
για δυο ζωές
δεν φτάνει, να σε δέσει
και όσο χάνει τον βηματισμό
απο το κάθε σκίσιμο
να ρεει χάος και ουσία
να γίνεται η φλέβα δημιουργία
τα λόγια δυναμίτης
τα δάκρυα νιτρογλυκερίνη
σε κάθε ταρακούνημα να σκίζεται το τύμπανο σου
αχ, πως ορίζεται η νοητή γραμμή
της νιότης


Ειναι καλλιτεχνικές οι μαχαιριές στο μυαλό
με πατέντα βρώμικη
μυρίζει διαφθορά
κοιτάς τις πόλεις, φωτεινές
είναι το Παρίσι απο τα σκοτάδια
η βρωμιά του, η αθέατη πληγή του
ειναι οι χιλιάδες πόλεις
κι οι αναπνοές, ασθματικές
βραχυκυκλώνουν
λεπτομέρειες
λυγίζουνε κορμιά, λυγίζουνε ψυχές
αθέατες εικόνες
σα να καταπίνεις μαύρες τρύπες
να γίνεται υγρό το χάος
να μπαίνεις σε σκοτάδια
η κόρη να συστέλεται, να νιώθεις μαχαιριές
να ρέει το χάος ανεξέλεγκτα


Και οταν εναν άνθρωπο
μπορέσεις να ελέγξεις
συνέχεια πρέζα γίνεται, συνήθεια
είναι αυτό που αποκαλούν, ηλίθια
τρέχει ο ανέμος στα χέρια
στις φλέβες να ξεψαχνίζει για ονόματα
και οι πόνοι στο στήθος
να αποκτούν ονόματα
ο τάδε
ο τάδε
και
ο τάδε
εμφανίζονται συγκεκριμένες ώρες
λειτουργούν μόνο σε περίπτωση θλίψης
γίνονται βαρυτονοι μηχανισμοί μουγκαμάρας


''Όταν για πρώτη φορά, δεν φοβηθείς το τίποτα,
δεν ψάξεις έστω και λίγο το παντοτινό
και δεν αγγίξεις αυτό που αποκαλείς τέλειο
τότε ναι, τολμάς να κάνεις λάθος,
και εγω αυτό το λέω τέχνη''

Monday, October 26, 2009

Κόλαση



Αυτά τα χέρια σου τα μπλαβιασμένα, αγγίζαν κάθε σπιθαμή του σώματος μου και σπάγαν κάθε δισταγμό που ένιωθα σαν σε έβλεπα στην γωνία να στρίβεις, κρατώντας το εργοστασιακό τσιγάρο σου, αυτά τα άσπρα, απ'τα καλά που τα καπνίζαν κι οι παλιοί.

Φοβόμουν την κάθε σου αναπνοή, πριν καν αυτή αρχίσει, φοβόμουν μην και δεν αρχίσει, μην και δεν τελειώσει, μην και την ακούσω, σουβλιά σε κάθε δευτερόλεπτο της, οι αναπνοές γινήκαν σύριγγες και η παράνοια ουσία. Την έπαιρνα κάθε μέρα για 8 ώρες, την είχα κάνει φιλό μου, την είχα σβήσει πάνω στο ταλαιπωρημένο μου κορμί.
Δεν ζήτησα ποτε λογαριασμό για όλα αυτά που μου προσέφερες, δεν ζήτησα να μου τα γράψεις σε τεφτέρι, να χρωστώ κάθε αναφιλητό, κάθε αγκαλιά, κάθε ''ηρέμησε''.
Και ποιος είμαι άλλωστε εγω, δεν κοίταγα στα μάτια κανέναν, δεν έψαξα εγω ποτε να βρώ κανέναν, δεν ήθελα να βρώ κανέναν, μα μοναχά γύρνουσα σε στενά και ζήταγα αλητείες.
Και ζήταγα ουσίες, ουσίες αόρατες, ουσίες ακατανόητες, ασυνάρτητες.

Γεμίζανε τα μάτια μου με δάκρυα κατανόησης για μια ασυναρτησία.

Κι όσο περνούσανε οι μέρες, στην γωνία περίμενα, εγω, και να στρίβεις ξαφνικά, να γίνεσαι σκιά μου, να σβήνεις πάνω μου σαν αποτεφρωμενή ζωή, σαν να αποφάσισε το χάος να γίνει υγρό.
Δεν είχε μια συνέχεια, είχε πολλές, είχε την ιδιοσυγκρασία νεαρού παιδιού που άκουγε φωνές, που έσβηνε μέσα σε λίμνες αλκοολ και νικοτίνης, μέσα σε άσπρους δισταγμούς, σε άσπρα κελιά, σε πεντακόσιους τοίχους, αυτά τα άσπρα τα δωμάτια και τους λαβύρινθους να παραμονεύουν σε κάθε γωνία, μαζί, σαν αστυνόμος, σαν γκρεμός και πίσω ρέμα.

Ενα ημερολόγιο γκραβούρας, ενα ημερολόγιο ουρλιαχτών σε κασέτες, ενα ημερολόγιο υποκαταστατου ζωής, κι οι δρόμοι πολλοι, αυτά τα χέρια σου.

Τα αυτόκινητα θυμίζανε τις φλέβες, να ρέει η ζωή και γω να μένω ακλόνητος...........

Να βλέπω πεντακόσιους τοίχους
να βλέπω τέσσερις τοίχους
να φεύγω, να πετάω
να σβήνω σαν τσιγάρο ενα απογευμα του χειμώνα.....

Αυτή η αναπνοή σου η χαρακωμένη, άγγιζε κάθε σπιθαμή της ψυχής μου και έσπαγε κάθε σφυγμό που ένιωθα σαν σε έβλεπα στη γωνία να εξαφανίζεσαι, δείχνοντας αυτό που πραγματικά είσαι, μια μορφή, αυτή η μαύρη, οι σκιές που λέγαν κι οι παλιοί.

Αυτά δεν τα μαθαίνουν στις ψυχές



Φορτίζεται το κλίμα γύρω μου
κι η άβυσος είναι μυστήρια δίνη συναισθημάτων
πάνω στα χέρια, σαν μελανιές
απο έντονο
μεθύσι
κι αν σκαλίζεις τις κόγχες της ζωής
στα γόνατα πληγές
κι η έλλειψη οξυγόνου
μυστήριο
μια περιπέτεια
να σβήνουν αριστερόστροφα όλα τα δευτερόλεπτα

Ανάποδες κινήσεις
μετανιωμένες συζητήσεις
ανάποδα ''εγώ''
ψυχοτρόπες ουσίες στα μελάνια
αναθυμιάσεις, γιατι δεν σβήνουν τα αίματα
μια ζωή, συνέχεια
αριστερόστροφη είσοδος
σε δεξιόστροφη ζωή
μπουκάλια με χαοτικές παρατηρήσεις
και τα σημειωματάρια
γεμάτα με ζωγραφιές απο τα χιλιογδαρμένα χέρια

Να καταπίνεις αβύσους, να ξέρεις το συναίσθημα
να ραγίζεις τα αστέρια
να κρύβεσαι μ έσα στα ίδια σου τα μάτια
να ψάχνεις για λέξεις κλειδιά
σε συζητήσεις κλειδαριές
μα οι στιγμές, λουκέτο
δεν θέλω πια
δεν έχω πια
δεν ζω πια
εγω πια
να σβήνω αποτσίγαρα σε κορμιά
να βυθίζω δόντια σε κορμιά
εγω πια
δεν ζω πια
δεν εχω πια
δεν θέλω πια
ιλλίγους να μοιράζομαι
να γίνεται ο κόσμος κρύσταλο

''άκουγα τα ουρλιαχτά αθώων παιδιών''
(Νεαρή πληγείσα απ'τον πόλεμο)

Thursday, October 22, 2009

Ντοπαμίνη & Νορεπινεφρίνη







Δεν αμφέβαλα ποτέ για αυτά που ζήτησα
οι ρωγμές στα αστέρια
ολόκληρα σημάδια, και στο κορμί σου να βυθίζομαι
να τρέμει συθέμελα η ύπαρξη μου
να γίνομαι το χάος
μια ύπαρξη στην τρέλα
μια φωτιά στα σπλάχνα της ματιάς
και το σκηνικο να επαναλαμβάνεται
με μένα να ζητώ πολλά και συ τα λίγα να λαμβάνεις




Οι ουσίες να γίνονται μηδενικά
και εγω άσος
την υπολογιστική αυτή προδιάθεση της ζωής
δεν την αντέχω
μια βόμβα ευσπλαχνίας
η σφαίρα σε εγκεφάλους, εξάρτημα τέχνης
γωνίες συζήτησης
απεξάρτηση απο συναισθηματικούς ιδρώτες
και απο καθημερινούς δεσμώτες
με ονόματα απόρρητα
ημίφως και οι σκαλωσιές χρειάζονται για μια ψυχή
η σφαίρα σε εγκεφάλους, για διψασμένα μυαλά
είναι γωνία αντίληψης
είναι το όπλο γωνία λήψης
είναι βελόνα σε αίμα, σε χαοτικές ανακατατάξεις
είναι οξυγόνο σε γροθιά
είναι σπασμένα σαγόνια
είναι η πρέζα
είναι η ποίηση
είναι στους δρόμους η πορνεία
είναι συνώνυμο με σένα
είναι κυρίως ανώνυμο
με αριθμούς, με νούμερα, με το καντράν σπασμένο
δεν έχει αρχή, δεν έχει τέλος
είναι αλφαριθμητικό έλος




Και γω δεν αμφέβαλα ποτε για αυτά που πήρα
τα αστέρια στις ρωγμές
να σημαδεύομαι στο κορμί σου και να βυθίζομαι ολόκληρος
να υπάρχω τελικά
να μην είμαι πια το χάος
να είμαι η τρέλα
και η ματιά να γίνεται φωτιά
να γίνεται ασυνήθιστο το σκηνικό
με μένα να λαμβάνω πολλά και συ να ζητάς λίγα.




σχεδόν χιουμοριστικό.

Thursday, October 08, 2009

Μηδεν-Ενα-Μηδεν


Αναγνωρίζονται σημάδια απο ουσίες
η διάγνωση
παρατεταμένη αγωνία απο υπερβολική δόση χάους
με δάχτυλα βρεγμένα
απο συναισθηματικές μελανιές
τα λόγια αλυσίδες
και ο ήλιος δεμένος στο κορμί μου
να καιει


Να σφίγγεται η ψυχή μου
σε ορίζοντες με αστερίες αντι γι'αστέρια
και η μέρα σαν κύμα στην προβλήτα
παρατεταμένη σιωπή
στην ολοκλήρωση του ''ειναι''
θυμίζει παιχνιδάκια
αναπνοή διακεκομένη
σα να κουράστηκες απο ήχους της ψυχής
σου γνέφει
έτσι δεν είναι, έτσι ειναι
και δεν αντέχω,
να εχω.

Wednesday, September 30, 2009

Tουλάχιστον το κάπνισα...



Η βραχνή της αναπνοή αντηχούσε μέσα στο σπίτι κάθε βράδυ.

Και γω την άκουγα, είτε ήταν αυτή εκεί είτε όχι.

Μα πως να μην την ακούω, τα μάτια μου είχαν κοκκινίσει απο την αυπνία και γω σαν πληγωμενό σκιάχτρο καθόμουν στο κρεβάτι και μαρτυρούσα, τα σκέλια μου φαινόντουσαν, και εγω να τη θυμάμαι, να μου μιλάει με τον πιο γλυκό τρόπο, τα χέρια της, αυτά τα χέρια της, τα κουρασμένα χέρια της, που έσκιζαν το πονεμένο μου κορμί κάθε βράδυ που ψηνόμουν απ'τον πυρετό. Δεν θέλω πια να σε ακούω, δεν το αντέχω, να με πιάνεις και να με πετάς στον τοίχο, να σφίγγεις τα χείλη σου γύρω απ΄το λαιμό μου, να μου ρουφάς κάθε δροσοσταλίδα της ζωής, την κάθε μου αναπνοή, να βραχνιάζει η ψυχή μου απ'τα τσιγάρα σου..

Δεν το θυμάσαι...

Βασικά δεν θα το θυμάσαι ειναι η αλήθεια. Τις νύχτες που το μπουζούκι απ'το μικρό ραδιοφωνάκι σου κάλυπτε τους λυγμούς μου, κι ας έκλαιγα όλο και πιο δυνατά, εσυ με κοιτούσες με αυτό το βλέμμα μικρού παιδιού, ''κοιμήσου, δεν είναι τίποτα'' μου ψέλλιζες και γω να προσπαθώ απεγνωσμένα να σου τραβήξω την προσοχή, να κλαίω να οδύρομαι, να προσπαθώ να σου δείξω τα σημάδια πάνω μου, να φωνάζω, να σε παρακαλώ....μα οχι. Η απάντηση σου, ίδια και μονότονη, κάθε βράδυ και πιο σκληρή. ''κοιμήσου, δεν είναι τίποτα''. ''κοιμήσου, δεν ειναι τίποτα'' μου έλεγες. Μα πως να κοιμηθώ, πες μου τον τρόπο, πες μου τον τρόπο που εσυ κοιμάσαι, πες μου τον τρόπου που δαμάζεις τα όνειρα σου, που εξουσιάζεις το κορμί σου, που δεν τινάζεται όταν βήχεις, μην καπνίζεις σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, πως κοιμάσαι, πως βαραίνουν τα βλέφαρα σου όταν η ώρα πάει δυο. Πες μου πως, και τι δεν θα δίνα για λίγο ύπνο. Και μου χες μάθει, να, ένα τοσο δα μικρό κολπάκι. ''Η αναπνοή σου, είν' ρολόι ακριβό, ειναι χρυσάφι, να την ακούς, να κοιμάσαι με αυτήν''. Και δεν μπορώ, ακούω τα τζιτζίκια, ακούω τους γειτόνους, μεθυσμένοι, αυτοί και εγω και εσυ, εσυ να πίνεις και να καπνίζεις, και σε παρακαλώ μην καπνίζεις. Δεν θέλω να στο πω, δεν το παίρνεις και πολυ καλά, απλά σβήνεις το κάθε τσιγάρο κάθε φορά που κλείνει το κάθε μου βλέφαρο και μετά όταν τ'ανοίγω πάλι, να πάλι... δεν με λυπάσαι?

Και τώρα να, να, στο ιδρωμένο μου κρεβάτι, να κάθομαι, να βλέπω φαντάσματα στην καρέκλα που καθόσουν, να σφίγεται η ψυχή μου καθε φορά που θορύβους ακούω απ'το περβάζι, στην πόρτα να τρίζει το σίδερο, να σφίγεται η ψυχή μου, να γουρλώνω τα μάτια μου και να ξυπνάω. Να βλέπω όνειρα με σενα να γυρνάς, να σφίγεται το σώμα μου, να γραπώνω το σεντόνι, να προσπαθώ, να αγωνιώ να σε κοιτάξω για αλλη μια φορά στα βαθιά σου μάτια, το θέλω τόσο όσο ποτέ αλλοτε...

Βρήκα ενα πακέτο τσιγάρα, δικό σου, πεταμένο κάτω απ'την ντουλάπα...ξέρεις, αυτή που έχει μέσα τα ρούχα σου. Τα έβαλα στο στόμα μου, ψευδαισθήσεις ενος μικρού πρίγκιπα, να δοκιμάσω λίγο απ'τα χείλη σου, να θέλω να γευτώ κάτι δικό σου. Δεν άντεξα την κάπνα, σε φαντάστηκα να μου φωνάζεις, να λες πως τα πνευμόνια μου δεν είναι καλά, πως γίνεται να καπνίζεις ενω σε τρώει ο πυρετός, το σαράκι. Και κάνεις λάθος, δεν με τρώει ο πυρετός, ούτε το σαράκι. Μου λείπεις, μου λείπεις απίστευτα, μου λείπουν τα μη σου και τα πρέπει Σέρνομαι στο πάτωμα και κρυώνω κι ειναι Δεκέμβρης. ''Μην σέρνεσαι, μην σέρνεσαι, δεν ντρέπεσαι, να σέρνεσαι, σήκω πάνω''. Μη μου φωνάζεις. Σαν σκιά ρεμβάζεις πάνω απ'το κρεβάτι, μη μου φωνάζεις. Μου λιώνεις την ψυχή.

Δεν αντέχω αλλο να μου φωνάζεις, να κλαίω κάθε φορά που ακούω την ''Αχάριστη'' του Τσιτσάνη, να πέφτω στα γόνατα μου. Να λέω καληνύχτα και να ξυπνάω με αναφιλητά και με τρόμο κάθε φορά που μου έρχεσαι στο μυαλό.

Ημέρα 56η, απο τοτε που έφυγες. Με τρώει ο πυρετός. Συγνώμη. Δεν άντεξα.

Τουλάχιστον όμως, το κάπνισα το τσιγάρο, τα κατάφερα, στην έφερα. Σ'αγαπώ.

Friday, September 11, 2009

Noped

Δεν θέλω να σου δείχνω διεξόδους

για να βρίσκεις αστέρια σε διόδους της ψυχής

δεν το αντέχω σου λεω, δεν μπορώ

να είμαι πάντα το πρόσωπο που κρύβεται στις νύχτες

να μην κοιτάω τους ανθρώπινους καθρέφτες

δεν θέλω να σου δείχνω αδυναμίες

να μου λυγίζεις τα κλαδιά

να σπάνε τα αστέρια

να προσπαθώ να μην ουρλιάξω


Δεν είμαι απ'αυτους που λησμονούν

μα κύκλους δημιουργώ

ονόματα δεν σβήνω

κι ας ειναι πια κακό

ας είναι ενδεικτικό παράνοιας

σε σημειωματάρια

αυτό κι αν ειναι περι αγάπης


Με την παρακεταμόλη συντροφιά

ζαλίζομαι, δεν πέφτουνε σκιες

τα αντικείμενα δημιουργούνται

με μορφές ονειρικές

και προσπαθώ να περιγράψω τον αέρα

''να, κοίτα, ειναι σαν παιδικό παιχνίδι''

μα δεν θυμίζει

μα σπαει

εγω δεν ονειρεύομαι πρόσωπα

ονειρεύομαι κρανία