Thursday, March 15, 2012

ο γιατρός έγραψε συστατική επιστολή

της βασιλικής νηνεμίας
το πιο γλυκό στρατιωτάκι, φαρμάκι γίνηκε
σταχύ το χρώμα γύρισε στα μελαμψά τα εδάφη
και γίνηκε κόρμος να αδράξει το χτίσμα μου το γκρίζο
ραγάδες κρύες, ραγάδες πέτρινες και φύκια αρμυρά
μια πίκρα, δυο δεκάρες στης νηνεμίας θυμίζουνε χτικιά
που σβήνουνε και σβήνουνε
εις εν'ποτήρι ούζο, στης πικρής σταλίδας 
μιας πευκοβελονιάς και τα άγρια μου υγρά μου δάχτυλα
στην υγρασία, γινήκαν σαλέματα, υγροί κιώνες
λαχτάρισα και πόθησα, την ραγάδα της κόρης του ματιού σου
σαν αδυνάτισες, στον άνεμο σαν σκίρτησες
μπροστά μ' αθάνατη για έμεινες,
και φίλοι για φίλους, 
μπαρκάραμε στα πεύκα, με δίχτυα απο βελόνες

Sunday, February 26, 2012

Ονειροναυτική - Κεφάλαιο 9



Στα χρονικά των νυχτών, στα βινύλια της παλαιάς εποχής, είχαν χαραχτεί νύχτες και νύχτες, σκοτάδια που θυμίζαν δηλητηριώδεις κισσούς που ανέμελα, στον υπναγωγικό τους χορό δαγκώναν τις ματωμένες λεωφόρους στον καρπό σου και βυθίζονταν  μια για πάντα σε αυτό που πολλοί αποκαλούσαν θάνατο και κομμάτιασμα της ψυχής.

Το σώμα του ήταν παγωμένο, αφημένο στα στοιχεία της φύσης, παρατημένο και κρυσταλωμένο στον χρόνο. Δεν το είχε αγγίξει κανένας και δεν θέλησε ποτέ κανένας να διαταράξει τον ύπνο του και την στάση του σώματος του. Τα χέρια του ειχαν αρπάξει το μαξιλάρι και μόνος του πάλευε με θεούς και δαίμονες, με σκιές που θύμιζαν ερινύες, με νεκροθάφτες που ζυγίζαν τις πιθανότητες του γύρω απ’τον ποταμό του τελικού πηγαιμού.

Κανένα πια νόμισμα δεν θα ήταν αρκετό για να τον φτάσει στην άλλη όχθη, ο Αχέροντας ζητούσε την ψυχή του σε χρυσό κι αυτός ανάμεσα σε χιλιάδες πόνους κι οδυρμούς δεν έφτανε, δεν είχε το κουράγιο πια να ζητήσει απ’την τράπεζα της ψυχής του χρυσούς και ψήγματα θεών, είχε απομείνει πια με τσίγκινα κατσαρόλια που μαζεύαν λίμνες δακρύων και χρυσαφιές αποχρώσεις που τρύγιζαν ανεξέλεγκτα στα ηλιοβασιλέματα του πνιχτού αυτού σκοπού που θύμιζε μοιρολόι χαροκαμένης μάνας.

Κι όμως, για μια στιγμή μονάχα τα μάτια του ανοίξαν και γίναν φακοί ελπίδας στον γκρίζο τούτο κόσμο, στην ψευτιά της μοναξιάς του γκριζωπού υπόνομου της στυγνής πραγματικότητας.  Σαν έστρεψε όμως την ματιά του στους τοίχους και στα χέρια του αντίκρισε κοιλάδες ρυτίδων και σκόνης π’ αρμένιζαν σαν σκιεροί διάολοι στα πιο κρυφά κιτάπια της απέραντης φύσης του ανθρώπου. Θύμιζαν τις απαλές και φευγαλέες στιγμές που το παιδί στα νιάτα του αναρωτιέται πως περνά ο χρόνος και πως φεύγουν τα φιλιά απ’τα χείλη, πως γίνονται τα ‘’γεια σου’’, ‘’αντίο’’.

Συνήθισε λοιπόν σε αυτήν την θολή πραγματικότητα και η δύναμη του επανήλθε, συνήθισε να φτιάχνει κατασκευάσματα νοσηρά στα όνειρα του, να παίζει με τις λέξεις και τα πιο αρρωστημένα και ερωτευμένα παιχνίδια ζαριών, με πιθανότητες να παίζει στους ανθρώπους πάνω, στις σκλήθρες που καθ’ ανθρώπος βολεύει και φυτεύει στην ροζέ κοιλάδα της καρδιάς του. Επάνω στους μυές που ταράζονται σε καθε λυγμό που σκίζει την σιωπή του δωματίου, στα γεμάτα φανφάρες λόγια που ειπώθηκαν απο τον ήλιο κάθε που ετρύπωνε στα φύλλα των παντζουριών μέσα.

Σαν ήρωας γεννήθηκε κι έγινε μικρός κι ανέμελος, μακριά απ’την ψευτιά και τις πικρές γουλιές του ατέρμονου συρμού της φοβισμένης του ατέλειας. Στα όνειρα του που δεν τελειώναν ποτέ αγκιστρώθηκε και υπήρξε σαλεμένη γραμμή παραπόνων για πονεμένους ανθρώπους που στα χέρια τους τα ροδισμένα οι φλύκταινες φαντάζαν σαν πολυκατοικίες στον μεσαίωνα. Ο κάθε ήχος πια ήταν ηρωικός και τα χείλη του, ξεραμένα σαν απο χρόνια ξεχασμένα φυτά σε άνυδρες περιοχές, ριγήσαν και το στεγνό πια αίμα τινάξαν απο πάνω τους, σαν άλογα που μανιασμένα δακρύζουν μόλις τον πόνο απ’τα σπιρούνια νιώσουν στην πονεμένη απ’τους καλπασμούς σάρκα τους.

‘’Καλημέρα, είναι κανείς εδω;’’ ψιθύρισε με φοβισμένη σιγουριά..

Και καμιά απάντηση δεν πήρε, δεν άκουγε πια ήχους της φαντασίας και της τρελής του ψυχής, δεν ήταν ούτε τα όνειρα πια εκεί, αυτά που κράταγαν τον πιο σκληρό ιστό της ζωής μαλακό στα χνάρια ποιητών και συγγραφέων.

‘’Σας παρακαλώ, να βγω έξω θέλω...’’ ξαναψιθύρισε...

Μα καμιά απάντηση δεν πήρε πάλι. Ένιωθε σαν να χανόντουσαν οι λέξεις του στον πιο σκοτεινό βωμό της πόλης, και η πόρτα πια φανόταν σαν σταθμός σωτηρίας στο χάος της ψευτιάς. Ώσπου..

Η πόρτα άνοιξε βίαια..

Και μια μορφή, δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν γυναικεία ή αντρική εμφανίστηκε..

‘’Ξύπνησες ονειροναύτη;’’ ρώτησε η γεμάτη σκοτάδι μορφή..

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ..

64466 333666888277772444

Sunday, February 19, 2012

Στη σκιά μιας ελεγχόμενης χρεωκοπίας συναισθημάτων


Γιατι είναι γκρίζο το χτικιό
π' στη σάρκα θεριεύει και τη σκιά τρομάζει
κι οι θηλιές στις δυο δεκαετίες, μπορντώ
σα τ' αίμα, βολεύονται στις κοφτές,
κοφτές αναπνοές,
γιατι σαμπώς εγώ, σαμπώς εγω διεκδίκησα
κινούμενος σε πλέγματα εφιαλτών
διαστρικός γαλαξίας απο τα αρχικά του τέλους
Την τρέλα μόνο αν Ελέγξεις θα Λαβώσεις Όλους τους Σταυρούς
που κουβαλάς, μου το 'παν κι αλλοι, 
μου το παν φίλοι, μου το παν στα δίχτυα που στραγγαλιζαν τα χέρια
μου, και τα δικά σου πρόσωπα, χιλιάδες

μπορώ να ακούω για χιλιάδες ώρες
τη μοναξιά σου, να σουρουπώνει στ' άνοιγμα της πόρτας
για παρέα, στις παρυφές των σκλήθρων στην τελευταία γωνιά
της πόρτας,
στοιχειώνει το πρόσωπο σου τα κρύμμενα ανάπηρα γονατά σου
αντι για φως, βοράς και εσύ,
για ένα μπέρδεμα, για μια ζωή, για μια ανάγκη
για το δικαίωμα να ζω,
για να μπορώ να πω,
πως για λίγο υπήρξα παράσιτο στη σάρκα σου, στην αύρα σου
πως ήμουν μια φλεβοτομος συγκίνηση στην ψύχρα
των αγγείων, που δεν σείονται με τίποτα
πως για μένα δεκάρα δίνεις, και πως για σένα η αφή δεν είναι
μονο νευρουποδοχείς,
σκυφτά κεφάλια, κουράγιο, γιατι ο καημός μετριέται σε κούπες καφεϊνης
στο πως και πόσο πια ξύπνιος είσαι, και στις πρέζες αλκοολ
που σε καταντάν' δυσλεξικό στην ανάγνωση της ζωής

δεν φρόντισες να μείνεις σαν εικόνα 
στις ζάρες τ' εγκεφάλου μου, μια ισχυρή σουβλιά
στο ξινό αποτύπωμα της πιο ομορφής πατημασιάς
μπορεί να μείνει σαν παιδί, 
μπορεί να μετράει τις συλλαβές που μένουν,
στα ξύπνια μου κι έπινα νεκρούς πλανήτες, 
για τους βασιλείς,
δεν γίνονται πια εκπτώσεις
οι θάνατοι είναι ακριβοί και δίδονται σε δόσεις

Monday, December 26, 2011

vaginas & alcohol



you'd be surprised for all the things, 
she forbid me from doing, the question-marks
that gave birth to tattooed embryos, raining down
the face, your mother's life, as an eczema
nevertheless
the drainage of your veins,
gives me reason to believe, gives me
chains, not to behave, but to be brave,
gives me fear,
you're just another flesh tattoo, a birth scar, nevertheless
you're a tumor, you're a cancerous disease,
you're depressive, you're benign
it doesn't matter,

what matters not, is your ability to reason,
the happiness inside your belly, feels like butterflies
exploding, in a nuclear parenthesis,
my cells, break down,
becoming cancerous as we speak,
but it doesn't matter, it doesn't give a shit
he's cancerous, he's brave
for kicking life
for giving life another chance to be shy
what matters not, is your ability to be incomprehensible
giving me, trust, care
just not to be cancerous

Friday, November 25, 2011

Le visiteur


δεν είναι η ζωή μια πενταροδεκάρα, να υφαίνει αραχνοιστούς πλούσιους
στα σωθικά σου μέσα, να ξεψυχά κάθε ίχνος βρώμικης, μεθυσμένης ζωής
στην τενεκεδένια σου ύπαρξη, στα ραγισμένα σου οστά
στην απειροελάχιστη γκαζιά της μοναξιάς πριν σε χτυπήσει στα πλευρά
κι οι φίλοι, της μοναξιάς το κλάμα δεν ακούν
μα μοναχά αυτό υπάρχει, και σβήνει σε απογοητεύσεις
σε σβησμένα τσιγάρα, στου καπνιστή το ''Όχι δεν εγιάτρεψα αναπνοές''
στου γιατρού το ''Απο καρκίνο σβήνεις''
στις σφηγκοφωλιές της Αθηναικής πυρίτιδας, με μια αναπνοή
γυρνοβολώ, κι ας με λένε ψεύτη, κι ας με λένε φαντασμένο
φαντάζομαι πως ειναι να γνωρίζεις πως με μιά σου ανάσα μόνο, 
χλευάζει η μέρα σου το διχασμένο σου κόρμι και φωτιά τ'ανάβει
τ'ανάβει, για να σβήνει στης νυχτιάς το παγωμένο,
''καληνύχτα, σ'αγαπώ.''

κι ύστερα, ούτε το μαξιλάρι, ούτε τα σεντόνια δεν βολεύουν πια.