Γιατι είναι γκρίζο το χτικιό
π' στη σάρκα θεριεύει και τη σκιά τρομάζει
κι οι θηλιές στις δυο δεκαετίες, μπορντώ
σα τ' αίμα, βολεύονται στις κοφτές,
κοφτές αναπνοές,
γιατι σαμπώς εγώ, σαμπώς εγω διεκδίκησα
κινούμενος σε πλέγματα εφιαλτών
διαστρικός γαλαξίας απο τα αρχικά του τέλους
Την τρέλα μόνο αν Ελέγξεις θα Λαβώσεις Όλους τους Σταυρούς
που κουβαλάς, μου το 'παν κι αλλοι,
μου το παν φίλοι, μου το παν στα δίχτυα που στραγγαλιζαν τα χέρια
μου, και τα δικά σου πρόσωπα, χιλιάδες
μπορώ να ακούω για χιλιάδες ώρες
τη μοναξιά σου, να σουρουπώνει στ' άνοιγμα της πόρτας
για παρέα, στις παρυφές των σκλήθρων στην τελευταία γωνιά
της πόρτας,
στοιχειώνει το πρόσωπο σου τα κρύμμενα ανάπηρα γονατά σου
αντι για φως, βοράς και εσύ,
για ένα μπέρδεμα, για μια ζωή, για μια ανάγκη
για το δικαίωμα να ζω,
για να μπορώ να πω,
πως για λίγο υπήρξα παράσιτο στη σάρκα σου, στην αύρα σου
πως ήμουν μια φλεβοτομος συγκίνηση στην ψύχρα
των αγγείων, που δεν σείονται με τίποτα
πως για μένα δεκάρα δίνεις, και πως για σένα η αφή δεν είναι
μονο νευρουποδοχείς,
σκυφτά κεφάλια, κουράγιο, γιατι ο καημός μετριέται σε κούπες καφεϊνης
στο πως και πόσο πια ξύπνιος είσαι, και στις πρέζες αλκοολ
που σε καταντάν' δυσλεξικό στην ανάγνωση της ζωής
δεν φρόντισες να μείνεις σαν εικόνα
στις ζάρες τ' εγκεφάλου μου, μια ισχυρή σουβλιά
στο ξινό αποτύπωμα της πιο ομορφής πατημασιάς
μπορεί να μείνει σαν παιδί,
μπορεί να μετράει τις συλλαβές που μένουν,
στα ξύπνια μου κι έπινα νεκρούς πλανήτες,
για τους βασιλείς,
δεν γίνονται πια εκπτώσεις
οι θάνατοι είναι ακριβοί και δίδονται σε δόσεις