Monday, February 27, 2006

Μια σιωπηλή αλλα ηχηρή πόλη



Αθήνα... μια πολή που περπατάς και βλέπεις χιλιάδες ανθρώπους να τρέχουν ή να περπατάνε ήρεμα και να σκέφτεσαι τι δουλειά έχει ο καθένας. Τι μπορεί να σκέφτεται ο κύριος που τρέχει αγχωμένος δίπλα σου? Ή η κυρία που κάθεται στο παγκάκι και είναι στεναχωρημένη? Τα μάτια σου θολώνουν στο άκουσμα της τσιμεντένιας καρδιάς της Αθήνας που λησμόνησε τα παλιά της χρόνια, τότε που ήταν απλά ενα χωριουδάκι με λίγα δέντρα. Ο Δήμος αδιαφορεί για την κατάσταση της και βλέπεις παντού κατεστραμένα πλακάκια και παντού αστέγους που τριγυρνάνε σαν τους γλάρους του Μπωντλαίρ πάνω απ'τα καράβια. Ποια είναι η τύχη τους και που θα καταλήξουν, είναι κάτι που δεν γνωρίζουν, αλλα συνεχίζουν να παλεύουν, έτσι για το γαμώτο που θα έλεγε και ο λαός. Ευτυχώς που η Αθήνα σε κάποια μικρά και κρυφά μέρη που τα γνωρίζουν μόνο αυτοί που μένουν σε αυτήν και οι μυημένοι ξένοι (εννοώντας αυτούς που μένουν αλλου), μπορεί να σου προσφέρει την ηρεμία, πνευματική τε και σωματική για να ηρεμήσεις, έτσι ωστε να μην σε διαλύει το τρομερό άγχος που περιτριγυρίζει την τσιμεντένια πόλη. Αλήθεια.. γιατι να είναι έτσι η Αθήνα? Τι θα έλεγε ο Περικλής που την είχε κάνει στολίδι? Θα έπεφτε απο την ακρόπολη γιατι έτσι όπως έχουμε καταντήσει, θα ήταν γελοίο να συνεχίζει να ζει.

Ευχαριστώ

7 comments:

Dead Disney said...

nice file!!!

Dead Disney said...

mporw na pw oti psilo siginithika!xa!

Lostileia said...

Πολύ σωστό και άκρως ενδιαφέρον

Think_Tank said...

Pisteyw oti o Periklhs 8a phgaine me th mia sth dhmarxia kai 8a epairne kefalia... the ancient greek way!!

lykojohn said...

δε χρειάζεται να πάμε τόσο πίσω (στον Περικλή) για να βρούμε μια ωραία αθήνα. λίγες δεκαετίες πίσω, στην δεκαετία του 60 η πόλη ήταν αγνώριστη. να χαιρόμαστε τη χούντα, τον καραμανλή και τους αδηφάγους εργολάβους οι οποίοι την διέλυσαν σε χρόνο dt. και ας έχουμε πάντα στο μυαλό μας ότι ο περικλής έκανε την αθήνα όμορφη μεταφέροντας το ταμείο της αθηναικής συμμαχίας (ηγεμονίας) από τη δήλο στην αθήνα με τα λεφτά των συμμάχων (υπηκόων) και με τον κόπο των δούλων. δεν συγκρίνω τη σημερινή εποχή με την τότε. απλά ως reminder το αναφέρω.

Anonymous said...

Βαδίζεις στη συγκεκριμένη περιοχή της πόλης, ακολουθούμενος από την πιστή σου σκιά. Ή, μήπως, δεν υπάρχει σκιά;



Κοντοστέκεσαι, επιχειρώντας να ξεκαθαρίσεις το ζήτημα. Προσπαθείς να αποφασίσεις εάν επικρατεί ημέρα ή νύχτα. Κατά παράξενο τρόπο, δεν είναι σαφές από που ακριβώς προέρχεται το φως που φωτίζει τη σκηνή μπροστά σου. Ημίφως, για την ακρίβεια - ένα ημίφως που μοιάζει εγγενές, σαν να μην προέρχεται από πουθενά, αποτελώντας αυθύπαρκτο στοιχείο που δεν επιδέχεται διερεύνηση.

Μοιάζει σαν ο φωτισμός, γενικά, να εξαρτά την ένταση και τα λοιπά του χαρακτηριστικά από τη δική σου διάθεση. Γιατί, τώρα έχει αρχίσει να υποβόσκει μια μεταλλικής χροιάς ασημί ανταύγεια, που διαχέεται απαλά στο περιβάλλον γύρω σου. Είναι τόσο ανεπαίσθητη και τόσο ακαθόριστη η ανταύγεια αυτή, ώστε, με μια αντιστροφή οπτικής, θα μπορούσες να πεις ότι είναι ένα ελαφρύ σκοτάδι εκείνο που ακτινοβολεί και διαχέεται μετριάζοντας το φως, όχι το αντίστροφο.



Συνεχίζεις να προχωράς. Ακαθόριστο είναι και το κατά πόσο υπάρχουν άλλοι άνθρωποι γύρω σου. Θεωρητικά υπάρχουν, όμως, μοιάζουν με σκιές στα όρια του οπτικού σου πεδίου, καθώς, κάθε φορά που προσπαθείς να εστιάσεις επάνω τους, γλιστρούν στην περιφέρεια της αντίληψης σου.



Δεν αναρωτιέσαι πραγματικά, ούτε και απασχολείς για πολύ το μυαλό σου με συγκεκριμένες σκέψεις. Νιώθεις και αντιλαμβάνεσαι, αλλά δεν αναλύεις. Παρατηρείς, αλλά ελάχιστα επεμβαίνεις. Περισσότερο είσαι παρατηρητής του εαυτού σου παρά εντολέας του.



Τώρα στρέφεις την προσοχή σου στη διαδρομή που ακολουθείς.

Παραιτείσαι από την προσπάθεια της παρατήρησης τη στιγμή που, για πρώτη φορά, διερωτάσαι σχετικά με τον σκοπό της περιπλάνησης σου. Αυτοστιγμεί, με τη σκέψη αυτή, αντιλαμβάνεσαι ότι έχεις πια φτάσει στον προορισμό σου - έναν προορισμό την ύπαρξη του οποίου αγνοούσες καθ' όλη τη διάρκεια της προηγούμενης σου διαδρομής.


Τώρα βαδίζεις σε κάτι που μοιάζει με αδιέξοδο.

Anonymous said...

Ξεκίνησα, επιτέλους, να διαβάζω.