Σαν μυρωδιά ομίχλης που φτηνά μου σαλεύει πάνω
στ’αμάξι
της ξαστεριάς μου μοναξιά τ’αγέρι ερήμωσε το τρύγισμα της αυγής
που δια βοών ετρύπωσε στην ξενιτιά μου, πόνο και στοργή να δώσει
της ξαστεριάς μου μοναξιά τ’αγέρι ερήμωσε το τρύγισμα της αυγής
που δια βοών ετρύπωσε στην ξενιτιά μου, πόνο και στοργή να δώσει
κι η Αίγυπτος φαντάστηκε να σβήνει στα καντήλια
μου δα
με αυτό το μούδιασμα των καραβιών, στις αντηλιές
των κυμάτων που οργιάσαν
τα ξεραμένα τούτα δω
βρέγμενα της Αλεξάνδρειας φρούτα
φριχτά μ’ουρλιάζουν
επάνω στην δροσιά μου που με καίει, στην φλόγα
που δροσίζει τα χτικιά μου
τα ζαρωμένα μέταλλα πια για μένα κραδαίνουνε τα δάκρυα
για τους ωκεανούς που θαφτήκαν μηδένας λόγος και βοή
που θα ναι μόνοι τους, στην σκιά του Καισαρίωνα μου, φριχτή οπτασία
στην πόρτα δα μικρός ο ήλιος
κι η Κλεοπάτρα μου δεν είναι πια στα αστέρια
που δροσίζει τα χτικιά μου
τα ζαρωμένα μέταλλα πια για μένα κραδαίνουνε τα δάκρυα
για τους ωκεανούς που θαφτήκαν μηδένας λόγος και βοή
που θα ναι μόνοι τους, στην σκιά του Καισαρίωνα μου, φριχτή οπτασία
στην πόρτα δα μικρός ο ήλιος
κι η Κλεοπάτρα μου δεν είναι πια στα αστέρια
Για Φαραώ δεν γίνεται
πια, ουτε λόγος.
1 comment:
για κανέναν πάνω δεν είναι εύκολα κάτω
Post a Comment