στα χέρια σου επάνω να ξαπλώσω
να γείρω, κι ας θρυματίζονται
οι νερατζιές, κι ας φυσάνε τα αστέρια
θρύματα λάβας
οι μυρωδιές των χειλιών μας,
ξεραίνονται
κι αφήνονται στ'ονειρά μας
να μαζεύουν σκόνη
έτσι όπως λυγμούς
μοιράζουν
οι καρδιές, με σύρματα σφιχτά,
κι ας ήταν κυριακή,
με το μεθυστικό σου άρωμα
να πλέκει
τις κλωστές, επάνω στα δάχτυλα σου
οι βελόνες κι αν πονάνε,
δεμένες με τα μερόνυχτα μου,
με λυγμούς, με θρήνους
προσπαθούν,
ηχούν,
σαν απέλπιδες εικόνες
μιας καταιγίδας δακρύων σε περίοδο νηνεμίασ
να γείρω, κι ας θρυματίζονται
οι νερατζιές, κι ας φυσάνε τα αστέρια
θρύματα λάβας
οι μυρωδιές των χειλιών μας,
ξεραίνονται
κι αφήνονται στ'ονειρά μας
να μαζεύουν σκόνη
έτσι όπως λυγμούς
μοιράζουν
οι καρδιές, με σύρματα σφιχτά,
κι ας ήταν κυριακή,
με το μεθυστικό σου άρωμα
να πλέκει
τις κλωστές, επάνω στα δάχτυλα σου
οι βελόνες κι αν πονάνε,
δεμένες με τα μερόνυχτα μου,
με λυγμούς, με θρήνους
προσπαθούν,
ηχούν,
σαν απέλπιδες εικόνες
μιας καταιγίδας δακρύων σε περίοδο νηνεμίασ
αφιερωμένο*




